Η Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων,
υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση του Ο.Η.Ε. στις 10
Δεκεμβρίου του 1948 και αποτελεί ένα ιστορικό ορόσημο, για την αναγνώριση, τον καθορισμό
και την θεμελίωση των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Η Οικουμενική Διακήρυξη, ήρθε σε μια στιγμή που η ανθρωπότητα επούλωνε
τις νωπές πληγές της, από το μεγαλύτερο αιματοκύλισμα και την μαζικότερη βαρβαρότητα
που είχε γνωρίσει ως τότε. Αυτή η Διακήρυξη αποτέλεσε το θεμέλιο για την μετέπειτα δημιουργία διεθνών συμβάσεων από μέρους της παγκόσμιας κοινότητας των κρατών, που είχαν ως σκοπό την νομοθετική κατοχύρωση των θεμελιωδών Ελευθεριών και Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Μέσω αυτών των συμβάσεων, τα συμβαλλόμενα κράτη αναγνώρισαν επίσημα τα Ατομικά, Πολιτικά,
Κοινωνικά, Οικονομικά και Μορφωτικά δικαιώματα του Ανθρώπου, που απορρέουν από
την φυσική του υπόσταση. Μέσα από αυτές
τις συμβάσεις που αποτελούν τμήμα του Διεθνούς Δικαίου, η παγκόσμια κοινότητα αναγνωρίζει
τον Άνθρωπο ως ον προικισμένο με λογική, με συνείδηση, με αξιοπρέπεια και με
αναφαίρετα δικαιώματα. Κατά δήλωση της παγκόσμιας κοινότητας, «η αναγνώριση της εγγενούς αξιοπρέπειας και
των ίσων δικαιωμάτων όλων των μελών της ανθρώπινης κοινωνίας, αποτελεί τη βάση
της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ειρήνης στον κόσμο».
Ανάμεσα σε όλα τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίστηκαν
στον Άνθρωπο, αναγνωρίστηκε και το δικαίωμα του στην Ιθαγένεια. Εννοιολογικά, η Ιθαγένεια παραπέμπει στον φυσικό και κοινωνικό δεσμό ενός ατόμου με τον τόπο που γεννήθηκε. Όμως στην νομική ορολογία, Ιθαγένεια σημαίνει τον Νομικό Δεσμό
που συνδέει το άτομο με το Κράτος, με βάση τον οποίο το πρόσωπο καθίσταται υπήκοος
τού κράτους και δεν αποτελεί απαραίτητα απόδειξη της εθνικής καταγωγής του
ατόμου. Σύμφωνα πάντα με την νομική ορολογία, ως Ανιθαγενές λογίζεται ένα άτομο
που κανένα Κράτος δεν το θεωρεί υπήκοο του. Ο όρος Ανιθαγένεια είναι αμιγώς
νομικός όρος και δεν αντιστοιχεί στην φυσική πραγματικότητα, εφόσον όλοι εκ των
πραγμάτων γεννήθηκαν σε κάποιον τόπο. Καθίσταται λοιπόν προφανές ότι με την
χρήση του όρου «Ιθαγένεια», το κράτος αξιώνει την νομή και κατοχή του φυσικού και
κοινωνικού δεσμού ενός ατόμου με τον τόπο του, μετατρέποντας έτσι τον φυσικό
δεσμό, σε νομικό δεσμό. Με αυτόν τον τρόπο, το κράτος δεσμεύει την υπόσταση του
συνόλου των ατόμων, που αποτελούν την φυσική κοινωνία ενός τόπου και
αναγορεύεται σε ρυθμιστής της κοινωνίας.
Βλέπουμε λοιπόν πως η λέξη Ιθαγένεια απέκτησε καθαρά νομικό χαρακτήρα. Η ιθαγένεια αποτελεί για το κράτος μια νομική πράξη
δημοσίου δικαίου και κατά κανόνα αποδίδεται υποχρεωτικά στο άτομο με την
γέννηση του και την εγγραφή του στα κρατικά ληξιαρχεία. Στο άρθρο 15 της «Οικουμενικής Διακήρυξης», το δικαίωμα στην
ιθαγένεια αναγνωρίστηκε απ’ την διεθνή κοινότητα ως θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα.
Μετέπειτα τα κράτη στις συμβάσεις τους, εξέλαβαν την Ιθαγένεια ως «τον πυρήνα του δικαιώματος κάθε ανθρώπου να
απολαμβάνει τα δικαιώματά του». Η έλλειψη Ιθαγένειας για τον άνθρωπο,
θεωρήθηκε μείζον πρόβλημα. Αποτέλεσμα αυτής της θεώρησης, ήταν να δημιουργηθούν ειδικές διεθνείς συμβάσεις, που να ρυθμίζουν το ζήτημα της Ιθαγένειας
και οι Ανιθαγενείς αντιμετωπίστηκαν ως θύματα. Το σκεπτικό ήταν ότι κανένας
άνθρωπος δεν πρέπει να είναι ανιθαγενής και οι διεθνείς συμβάσεις όρισαν ως
στόχο την εξάλειψη του προβλήματος της ανιθαγένειας απ’ το διεθνές σκηνικό. Αποφασίστηκε
λοιπόν ότι ο άνθρωπος πρέπει να έχει οπωσδήποτε μια (τουλάχιστον) ιθαγένεια, να
υπάγεται δηλαδή οπωσδήποτε στην δικαιοδοσία και την εξουσία ενός (τουλάχιστον) κράτους. Σε κάποιες
συμβάσεις μάλιστα προβλέφθηκε η διάταξη πως «κάθε Κράτος
πρέπει να παρέχει στους πολίτες του τη δυνατότητα αποβολής της ιθαγένειάς τους
με την προϋπόθεση ότι δεν καθίστανται ανιθαγενείς».
Το κράτος λοιπόν αξιώνει σε κάθε περίπτωση, πως ο Άνθρωπος με την γέννηση του θα πρέπει να τίθεται άμεσα υπό της δικαιοδοσίας του. Κατά κανόνα, η Ιθαγένεια αποδίδεται στο άτομο σε μια ηλικία που δεν διαθέτει αναπτυγμένη συνείδηση και βούληση, δηλαδή όταν ο άνθρωπος δεν διαθέτει ακόμη δικαιοπρακτική ικανότητα. Με αυτόν τον τρόπο, ο άνθρωπος εισάγεται εν αγνοία του σε μια νομική σύμβαση, σε μια χρονική στιγμή που δεν μπορεί να έχει ούτε άποψη, ούτε να προβάλει αντιρρήσεις ή αξιώσεις. Αν το καλοσκεφτούμε, κάτι τέτοιο αποτελεί ουσιαστικά την πρώτη κατάφορη παραβίαση των θεμελιωδών Ελευθεριών της Συνείδησης και της Αυτοδιάθεσης του ατόμου, όπως άλλωστε και κάθε παρόμοια σύμβαση που τελείται δίχως την επίγνωση και την συγκατάθεση του. Μια παρόμοια παραβίαση της αυτοδιάθεσης του ατόμου, είναι ο νηπιοβαπτισμός, που αποτελεί τόσο μια νομική, όσο και μια μεταφυσική σύμβαση και θέτει το άτομο και την ψυχή του, στην δικαιοδοσία του κράτους της εκκλησίας. Αυτές οι δύο αποτελούν τις καθοριστικότερες παραβιάσεις της ανθρώπινης βούλησης, που έχουν αντίκτυπο σε ολόκληρη την μετέπειτα ζωή του ανθρώπου. Επί της ουσίας λοιπόν οι παραβιάσεις των θεμελιωδών και αναγνωρισμένων ελευθεριών του ανθρώπου, ξεκινούν από την στιγμή που γεννιέται.
Εφόσον αποδεχόμαστε πως η ιθαγένεια είναι «ο νομικός δεσμός που συνδέει το άτομο με το Κράτος», αυτό σημαίνει πως η ιθαγένεια αποτελεί την θεμελιώδη αξίωση των κρατών να έχουν υπηκόους επί των οποίων άρχουν, διότι δίχως υπήκοους δεν υφίστανται κράτη. Προφανώς με Ελεύθερους και Αδέσμευτους ανθρώπους δεν μπορούν να σταθούν τα κράτη, παρά μόνο με υποτελείς υπηκόους που τελούν υπό των κρατικών εντολών. Η Ιθαγένεια αποτελεί την πρώτη και σημαντικότερη σύμβαση του Κράτους με τον Άνθρωπο και όλες οι υπόλοιπες που έπονται αποτελούν παράγωγα αυτής. Έχοντας κατανοήσει αυτήν την αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα, γίνεται εύκολα αντιληπτό πως η αξίωση των κρατών για απόδοση ιθαγένειας σε κάθε άτομο, αποτελεί περισσότερο μια βασική ανάγκη των κρατών για την υπόσταση τους, παρά μια φυσική ανάγκη των ανθρώπων για την δική τους υπόσταση ή για την υπόσταση των κοινωνιών τους. Έχοντας υπόψιν λοιπόν αυτά που προαναφέρθηκαν για το ζήτημα της Ιθαγένειας, εξάγεται το συμπέρασμα πως τα κράτη θεωρούν επί της ουσίας την απόδοση Ιθαγένειας περισσότερο ως ανθρώπινο Καθήκον παρά ως ανθρώπινο Δικαίωμα.
Όσον αφορά την Ιθαγένεια και τον νομικό της ορισμό, δυο τινά μπορούν
να ισχύουν. Είτε η Ιθαγένεια αποτελεί Δικαίωμα είτε αποτελεί Καθήκον. Όπως
επίσης, είτε ο άνθρωπος έχει ελεύθερη βούληση, είτε όχι. Όχι όμως και τα δυο
ταυτόχρονα. Αν η Ιθαγένεια αποτελεί δικαίωμα, δεν μπορεί να επιβάλλεται
υποχρεωτικά. Αν αποτελεί καθήκον τότε δεν είναι ζήτημα επιλογής. Το
σημαντικότερο ζήτημα που ανακύπτει από αυτό, είναι το αν ο άνθρωπος αναγνωρίζεται
ως κύριος του εαυτού του, ή όχι. Στην προκειμένη περίπτωση οι διεθνείς
συμβάσεις ορίζουν την Ιθαγένεια ως δικαίωμα. Και όπως θα τεκμηριωθεί παρακάτω,
η Ιθαγένεια αποτελεί όντως ανθρώπινο δικαίωμα και όχι ανθρώπινη υποχρέωση. Αν
λοιπόν η Ιθαγένεια αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα του ανθρώπου, αυτό συνεπάγεται πως
εξίσου αναφαίρετο δικαίωμα είναι και η Ανιθαγένεια. Όπως ακριβώς ο γάμος, ή ο μη γάμος. Πόσο δε μάλλον, όταν μιλάμε
για μια νομική σύμβαση τόσο καθοριστικής σημασίας, που επιβάλλεται με τον τρόπο
που επιβάλλεται. Ας δούμε λοιπόν πως τεκμαίρεται, ότι τόσο η Ιθαγένεια όσο και
η Ανιθαγένεια αποτελούν αναφαίρετα δικαιώματα του ανθρώπου και πως ο άνθρωπος
δικαιούται να προσβάλει οποιαδήποτε σύμβαση του έχει επιβληθεί εν αγνοία του
και τον θέτει σε καθεστώς υποτέλειας.
Ξεκινάμε από την βασική παραδοχή, πως η υπόσταση του κράτους
πηγάζει από την ανθρώπινη υπόσταση και όχι η ανθρώπινη υπόσταση από το κράτος. Ο
άνθρωπος αποτελεί αυθύπαρκτο ον, εν αντιθέσει με το κράτος που δεν αποτελεί αυθύπαρκτη
οντότητα, αλλά προκύπτει αποκλειστικά ως παράγωγο της φυσικής ύπαρξης ανθρώπων και των ιδεών τους. Η έννοια του κράτους είναι μια ανθρώπινη επινόηση,
και σε καμία περίπτωση μια επινόηση δεν μπορεί να υπερκεράζει τα φυσικά
δικαιώματα αυτού που την επινόησε και την δημιούργησε, δηλαδή του ανθρώπου. Το
κράτος ως μια επινόηση του ανθρώπου, εξαρτάται από την ανθρώπινη βούληση, εν
αντιθέσει με την φυσική υπόσταση του ατόμου που δεν τεκμαίρεται από την βούληση
κανενός κράτους. Άνθρωποι δίχως κράτη μπορούν να υπάρξουν και να επιβιώσουν,
όχι όμως κράτη δίχως ανθρώπους επί των οποίων άρχουν. Άρα η έννοια του κράτους,
δεν είναι ένα εγγενές και απαράγραπτο χαρακτηριστικό
της ανθρώπινης φύσης, εν αντιθέσει με την κρατική υπόσταση που έχει ως απαραίτητη
προϋπόθεση την φυσική ύπαρξη ανθρώπων. Ποιος λοιπόν άρχει σε ποιον; Ο
δημιουργός στο δημιούργημα, ή το δημιούργημα στον δημιουργό;
Προεκτείνοντας αυτήν την θεώρηση, το ίδιο ακριβώς ισχύει και για την φυσική κοινωνικοποίηση του ατόμου, με άλλα άτομα του είδους του. Και πάλι, τα κράτη είναι αυτά που αποτελούν παράγωγα των κοινωνιών, και όχι οι κοινωνίες παράγωγα των κρατών. Ανθρώπινες κοινωνίες δίχως κράτη μπορούν να υπάρξουν, να επιβιώσουν και να συμβιώσουν, όχι όμως κράτη δίχως ανθρώπινες κοινωνίες επί των οποίων άρχουν. Παρόλο που τα κράτη προέκυψαν ως κοινωνικές συμβάσεις και μεταβιβάστηκαν από γενιά σε γενιά μέσω της παράδοση, σε κάθε δεδομένο παρόν το κράτος είναι αυτό που επαναβεβαιώνεται από την αποδοχή της κοινωνίας και όχι η κοινωνία από την αποδοχή του κράτους. Αυτή είναι μια αδιαμφισβήτητη αλήθεια, που τεκμηριώνεται και μέσα από τις ίδιες τις κρατικές και διακρατικές παραδοχές. Το Ελληνικό Σύνταγμα στο Άρθρο1, δηλώνει ρητώς: «Θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία. Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον Λαό (και) υπάρχουν υπέρ αυτού…». Παρομοίως οι διακρατικές συμβάσεις αναφέρουν: «Η λαϊκή θέληση είναι το θεμέλιο της κρατικής εξουσίας.» «Όλοι οι λαοί έχουν το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης. Σύμφωνα με το δικαίωμα αυτό, καθορίζουν ελεύθερα το πολιτικό καθεστώς τους και εξασφαλίζουν ελεύθερα την οικονομική, κοινωνική και μορφωτική ανάπτυξή τους».
Εδώ λοιπόν, έγκειται η στιγμή της επιλογής και της απόφασης για κάθε
άνθρωπο με δικαιοπρακτική ικανότητα, σύμφωνα πάντα με τα διεθνώς αναγνωρισμένα,
κατοχυρωμένα, θεμελιώδη και αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα του. Αυτά τα δικαιώματα που
πρέπει να ικανοποιηθούν, είναι το δικαίωμα στην Αυτοδιάθεση, το δικαίωμα στην
Νομική Υπόσταση, το δικαίωμα στην Ελευθερία Σκέψης, Έκφρασης, Συνείδησης,
Πεποιθήσεων, καθώς επίσης και το δικαίωμα να τα εκδηλώνει όλα αυτά Έμπρακτα,
τόσο ως άτομο όσο και από κοινού με άλλους ανθρώπους! Κάθε ανθρώπινο ον που
αντιλαμβάνεται την ουσία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του και την ουσία της ίδιας
της ύπαρξης του, πρέπει να επιλέξει με πλήρη επίγνωση και ευθύνη, πως θέλει να
ζήσει. Θέλει να ζήσει ως Ελεύθερος Άνθρωπος, ή ως Υποτελής Υπήκοος προς
οποιοδήποτε κράτος; Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με τα αναγνωρισμένα δικαιώματα του ανθρώπου, «Κανείς δεν κρατείται σε υποτέλεια», που σημαίνει πως ο εξαναγκασμός του ατόμου να βρίσκεται κάτω από την εξουσία άλλων είναι απαράδεκτος.
Έχοντας μπροστά του αυτές τις δυο σαφείς επιλογές, ο άνθρωπος καλείται να επιλέξει για τον εαυτό του, είτε κάποια Ιθαγένεια (έννομη σχέση με κράτος) που εκφράζει την συνείδηση του, είτε καμία Ιθαγένεια εφόσον καμία δεν τον εκφράζει. Το αναγνωρισμένο από το διεθνές δίκαιο, δικαίωμα του ανθρώπου σε μια Ιθαγένεια, προϋποθέτει ασφαλώς και την αναγνώριση του δικαιώματος του σε καμία Ιθαγένεια. Όπως ακριβώς και το αναγνωρισμένο δικαίωμα για σύναψη γάμου, προϋποθέτει και την δυνατότητα μη γάμου. Τα άτομα δίχως καμία ιθαγένεια είναι αναγνωρισμένα διεθνώς με τον όρο «Ανιθαγενείς» και σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο απολαμβάνουν ισότιμα όλων των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Η συνειδητή αποποίηση του ατόμου στο δικαίωμα της Ιθαγένειας και κατά συνέπεια η εκούσια αποδοχή της Ανιθαγένειας, με ότι αυτή συνεπάγεται, αποτελεί μια εξ’ ορισμού Πολιτική και Νομική πράξη, ύψιστης σημασίας. Το δικαίωμα στην Ανιθαγένεια προκύπτει από μια σειρά λογικών συλλογισμών και τεκμαίρεται από το διεθνές δίκαιο, που αφορά τα Ατομικά, Πολιτικά, Κοινωνικά και Οικονομικά δικαιώματα του Ανθρώπου.
Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, «Η λαϊκή θέληση είναι το θεμέλιο της κρατικής εξουσίας» και «Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον Λαό και υπάρχουν υπέρ αυτού». Όλα τα διεθνώς αναγνωρισμένα δικαιώματα που
αναφέρονται στους λαούς, πηγάζουν από τα θεμελιώδη δικαιώματα του ατόμου. Όλες οι λαϊκές ιδιότητες επίσης, πηγάζουν από τις ιδιότητες του ατόμου. Κατ’ επέκταση και οι εξ-ουσίες πηγάζουν από την ουσία του ατόμου. Για να είναι ελεύθερος και αξιοπρεπής ένας λαός, πρέπει απαραίτητα να είναι ελεύθερα και αξιοπρεπή τα άτομα που τον συνθέτουν. Τα ανθρώπινα άτομα λοιπόν, είναι οι πρωταρχικοί φορείς όλων των λαϊκών αξιώσεων και ιδιοτήτων, διότι η φυσική υπόσταση των λαών προϋποθέτει την φυσική υπόσταση των ατόμων που τους συγκροτούν. Η λαϊκή θέληση συντίθεται από τις εκατοντάδες χιλιάδες ατομικές θελήσεις των ατόμων που συγκροτούν τον λαό. Όσο ένα δικαίωμα είναι λαϊκό, άλλο τόσο είναι και ατομικό. Αυτό προστάζει και η αρχή της ισονομίας. Η μη
θέληση του λαού, προφανώς αίρει την νομιμοποίηση οποιασδήποτε κρατικής εξουσίας.
Όπως η θέληση του λαού, έτσι ακριβώς και η θέληση του ατόμου, είναι αυθόρμητη
και δεν επιβάλλεται στην συνείδηση του με την βία. Επομένως η βούληση ενός λαού και κατ’ επέκταση η βούληση ενός ατόμου, είναι αυτοδίκαιη και παράγει έννομα αποτελέσματα. Όταν το άτομο που είναι ο
πρωταρχικός φορέας αυτής της αδιαμφισβήτητης θέλησης, ταυτίζεται με την θέληση
του υπόλοιπου λαού, τότε εύλογα μπορεί να θεωρεί τον εαυτό του ως μέλος του
λαού. Όταν όμως η λαϊκή θέληση δεν εκφράζει την συνείδηση και την θέληση του
ατόμου, τότε το άτομο μπορεί δικαίως να διαχωρίσει τον εαυτό του από την λαϊκή
υπόσταση, διατηρώντας όμως όλες τις θεμελιώδεις Ελευθερίες και Δικαιώματα που απορρέουν από την
φυσική του υπόσταση ως Ανθρώπου. Εξάλλου, σύμφωνα και με το διεθνές δίκαιο, η Νομική
Υπόσταση του ανθρώπου είναι ακόμη ένα θεμελιώδες του δικαίωμα και αναγνωρίζεται
οπουδήποτε κι αν βρίσκεται ο άνθρωπος με την φυσική του υπόσταση. Αυτό σημαίνει
πως σε κάθε περίπτωση, ο κάθε Άνθρωπος αναγνωρίζεται ως Πολιτικό όν,
εκφράζοντας και πραγματώνοντας την θέληση του, ακόμη και ως απόλυτη μειοψηφία,
δηλαδή ως άτομο, «χωρίς να υπόκειται σε
διακριτική μεταχείριση και να παρενοχλείται για τις απόψεις του».
Σύμφωνα και πάλι με το Διεθνές Δίκαιο, «Όλοι οι λαοί έχουν το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης. Σύμφωνα με το δικαίωμα
αυτό, καθορίζουν ελεύθερα το πολιτικό καθεστώς τους και εξασφαλίζουν ελεύθερα
την οικονομική, κοινωνική και μορφωτική ανάπτυξή τους». Το άτομο και πάλι ως πρωταρχικός φορέας του λαϊκού δικαιώματος
της Αυτοδιάθεσης, μπορεί να καθορίσει ελεύθερα το πολιτικό του καθεστώς, ακόμη
και αν το καθεστώς που επιλέγει αφορά αποκλειστικά τον ίδιο ως την απόλυτη
μειονότητα. Εδώ ο κάθε
άνθρωπος έχει και πάλι μπροστά του δυο σαφείς
επιλογές. Είτε θα επιλέξει για τον εαυτό του, να τεθεί υπό την εξουσία ενός ευρέως
αποδεκτού καθεστώτος, εφόσον αυτό εκφράζει την συνείδηση του, είτε δεν θα τεθεί
κάτω από κανένα κρατικό καθεστώς, εφόσον κανένα δεν εκφράζει την συνείδηση του.
Σε αυτήν την δεύτερη περίπτωση, ο άνθρωπος επιλέγει για τον εαυτό του μια αυτόνομη κατάσταση, δηλαδή το καθεστώς του Ανιθαγενή. Το διεθνές δίκαιο αναγνωρίζει
στους Ανιθαγενείς τα ίδια θεμελιώδη δικαιώματα με αυτά κάθε άλλου ανθρώπου.
Από την άλλη μεριά, η αποδοχή μιας ιθαγένειας από μέρους ενός ανθρώπου, συνεπάγεται
με κάποιες θεμελιώδεις παραδοχές από μέρους του, τις οποίες ο άνθρωπος πρέπει
να κατανοήσει. Το άτομο που αποδέχεται οποιαδήποτε ιθαγένεια, υποχρεούται να εκφράσει
με όρκο, πίστη και αδιαμφισβήτητη υποταγή στο κράτος του οποίου την ιθαγένεια αποδέχεται.
Το άτομο βέβαια ενδεχομένως να διαχωρίζει στην αντίληψη του, την πίστη προς το
έθνος, με την πίστη προς το κράτος. Το κράτος όμως αυτά δεν τα διαχωρίζει
καθόλου, εφόσον το κράτος οικειοποιείται και την έννοια του έθνους και την
ταυτίζει σκόπιμα με την δική του υπόσταση. Για τον νόμο, Κράτος και Έθνος είναι
ένα και το αυτό. Το κράτος έρχεται να ενσαρκώσει την μεταφυσική ιδέα του
έθνους, συγχωνεύοντας απόλυτα τις δύο έννοιες. Η βούληση του έθνους εκφράζεται
μέσα από την κρατική εξουσία. Η Κρατική κυριαρχία αποτελεί συνάμα και Εθνική
κυριαρχία. Το κράτος ορίζει την εθνική πολιτική και το έθνος ακολουθεί πιστά τις
κρατικές επιταγές. Έτσι μετά από αυτήν την αυθαίρετη συγχώνευση, όποιος αποποιείται το κράτος καταλήγει να αποποιείται και το έθνος. Η ένορκη
δήλωση πίστης και υποταγής λοιπόν σε ένα κράτος, προϋποθέτει ότι η συνείδηση
του ατόμου καθοδηγείται από τα πολιτικά ιδεώδη, την ηθική και τις σκοπιμότητες
του συγκεκριμένου κράτους και των ταγών που το ενσαρκώνουν. Σημαίνει επίσης την
απόλυτη αποδοχή του συνταγματικού και νομοθετικού πλαισίου του κράτους. Η
δήλωση πίστης και υποταγής, σημαίνει πως το άτομο αποδέχεται το κράτος ως τον απόλυτο ρυθμιστή της ζωής του, αλλά και του έθνους ολόκληρου. Η δήλωση
πίστης και υποταγής του ατόμου σε ένα κράτος, συνεπάγεται και την υποχρεωτική
συμμετοχή του σε ενδεχόμενες πολεμικές συρράξεις, υπακούοντας αδιαμαρτύρητα και
δίχως απείθεια στις όποιες πολιτικές και στρατιωτικές εντολές. Εν καιρώ πολέμου οι ανυπότακτοι ή λιποτάκτες εκτελούνται, παρόλο που εν γένει ο σύγχρονος πολιτισμός θεωρεί την θανατική ποινή ως βαρβαρότητα. Συνοπτικά λοιπόν, η αποδοχή μιας ιθαγένειας και
η ένορκη δήλωση πίστης και υποταγής στο κράτος, συνεπάγεται με την υποταγή της
συνείδησης του ατόμου στις κρατικές σκοπιμότητες και με την αναγνώριση του
κράτους, ως της ανώτατης αρχής επάνω στην φυσική του ύπαρξη. Εφόσον ο άνθρωπος
προσφέρει την αποδοχή του στο κράτος, αυτό τον θέτει αυτομάτως κάτω από τον
κρατικό ζυγό, σε μια κατάσταση που δεν επιδέχεται καμίας θεσμικής αμφισβήτησης.
Ένας άνθρωπος που δεν αποδέχεται για τον εαυτό του και δεν συναινεί με ένα
κρατικό κατεστημένο που το θεωρεί φαύλο, δεν μπορεί να δηλώνει πίστη και υποταγή
σε αυτό. Κατά συνέπεια η απόσυρση της δηλώσεως πίστης και υποταγής προς το
κράτος, καθιστά το άτομο έκπτωτο του νομικού του δεσμού με το κράτος, όπως ακριβώς
και η απόσυρση συζυγικής πίστης καθιστά το άτομο έκπτωτο του συζυγικού του δεσμού.
Η απόσυρση της πίστης και της συναίνεσης προς το κράτος, αίρει αυτομάτως το νομότυπο έρεισμα της εξουσίας, εφόσον «η λαϊκή θέληση είναι το θεμέλιο της κρατικής εξουσίας». Η άρνηση πίστης και υποταγής σε οποιοδήποτε άλλο κράτος
καθιστά το άτομο ως de facto Ανιθαγενή. Η οποιαδήποτε περεταίρω απόπειρα
εξαναγκασμού για την επιβολή μιας ιθαγένειας, σε έναν συνειδητό και αυτόβουλο
άνθρωπο, αποτελεί κατάφωρη παραβίαση των δικαιωμάτων Ελευθερίας, Συνείδησης και
Αυτοδιάθεσης και διώκεται με βάση τις αρχές του διεθνούς δικαίου. Η επιλογή της Ανιθαγένειας,
αποτελεί την μέγιστη έκφραση της πολιτικής αυτοδιάθεσης του ατόμου.
Η κρατική εξουσία δεν καταργείται με κανέναν από τους σπασμωδικούς και
προβλέψιμους τρόπους αντίδρασης των μαζών στην εξουσία, όπως για παράδειγμα με συλλογές υπογραφών, διαδηλώσεις και οδομαχίες με τις δυνάμεις καταστολής. Αυτές οι μέθοδοι αφορούν αποκλειστικά το θυμικό και λειτουργούν μόνο ως βαλβίδα ψυχικής εκτόνωσης του όχλου, δίχως να επιφέρουν καμία ουσιαστική αλλαγή και καμία μεταβολή της πραγματικότητας. Οι αντιρρήσεις και οι διαμαρτυρίες κάποιου ατόμου, που συνεχίζει να παρέχει το νομικό έρεισμα για να το εξουσιάζουν, δεν έχουν απολύτως καμία βαρύτητα και σημασία. Ο τρόπος για να απαλλαγεί το ανθρώπινο ον από την φαύλη
εξουσία του κράτους, είναι αρκετά απλός στην εφαρμογή του. Είναι πέρα από όσα
μπορεί προβλέψει και να διαχειριστεί η κρατική εξουσία. Ο τρόπος είναι η
μονομερής καταγγελία και η απόσυρση από τον νομικό δεσμό με το κράτος, δηλαδή η
αποποίηση της Ιθαγένειας του κράτους. Το άτομο που αποποιείται την κρατική Ιθαγένεια, δεν σημαίνει απαραίτητα πως αποποιείται και την εθνική του συνείδηση. Αποποιείται
μόνο την έννομη σχέση του με το κράτος, μην αναγνωρίζοντας πια την εξουσία του
και μην προσφέροντας του έρεισμα νομιμοποίησης. Το άτομο που διαχωρίζει στην συνείδηση του, το φαύλο Κράτος από το Έθνος, οφείλει να τα διαχωρίσει και εμπράκτως αποκηρύσσοντας την Ιθαγένεια του κράτους, ειδάλλως ο διαχωρισμός δεν έχει κανένα ουσιώδες αντίκρισμα. Από την άλλη μεριά, κάποιο άτομο που δεν διακατέχεται από Εθνικιστικά ιδεώδη, οφείλει και αυτό επίσης προς την συνείδηση του, να αποκηρύξει τον έννομο δεσμό με το κράτος που προβάλει εθνικιστικά προσχήματα, προς λαϊκή κατανάλωση. Σε
κάθε περίπτωση, οι λόγοι της αποποίησης ιθαγένειας εναπόκεινται στην ατομική συνείδηση
του καθενός. Όπως και να χει όμως, η αποποίηση της ιθαγένειας είναι μια ουσιώδης επαναστατική
πράξη, που οδηγεί το άτομο στην ελευθερία από τα κρατικά δεσμά.
Η αποποίηση της Ιθαγένειας δεν σημαίνει βέβαια ότι ο άνθρωπος αποποιείται την κοινωνία και τις εύλογες υποχρεώσεις του προς αυτήν. Η Ανιθαγένεια δεν σημαίνει επίσης ότι ο άνθρωπος θέτει τον εαυτό του υπεράνω των νόμων και των ελευθεριών των συνανθρώπων του, ή ότι δεν είναι υπόλογος για τις πράξεις του. Όποιος το νομίζει αυτό, θα βρεθεί σύντομα κάτω από τα πραγματικά δεσμά της εξουσίας. Η ίδια η ζωντανή υπόσταση του ατόμου, αποτελεί την διαπίστευση όλων των δικαιωμάτων του. Όμως η αναγνώριση και ο σεβασμός στα δικαιώματα όλων, διέπεται από την αρχή της αμοιβαιότητας, που αποτελεί βασική αρχή του διεθνούς δικαίου. Οι σχέσεις λοιπόν των ανθρώπων και των κοινωνιών τους, πρέπει να αυτορυθμίζονται σύμφωνα με τις αρχές και τις αξίες του διεθνούς δικαίου. Οι ανθρώπινες κοινωνίες χρειάζονται αναμόρφωση κάτι που οι κρατικοί θεσμοί απέτυχαν να κάνουν. Για να αναμορφωθούν όμως οι ανθρώπινες κοινωνίες χρειάζεται να αναμορφωθεί ο ίδιος ο άνθρωπος, ως άτομο. Να ξαναβρεί την συνείδηση που έχασε. Διότι όσο ο άνθρωπος λειτουργεί ασυνείδητα, τόσο θα εξακολουθεί να είναι έρμαιο καταπιεστικών και φαύλων εξουσιών.
Το Άρθρο 28 της «Οικουμενικής Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων» διακηρύσσει:
«Καθένας έχει το δικαίωμα σε μια
κοινωνική και διεθνή τάξη, μέσα στην οποία τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που
προκηρύσσει η παρούσα Διακήρυξη να μπορούν να πραγματώνονται σε όλη τους την
έκταση». Η καθεστηκυία τάξη των κρατών και των θεσμών παγκόσμια, απέτυχε να
εκπληρώσει την δεδηλωμένη αποστολή της. Απέτυχε να δημιουργήσει τις παγκόσμιες συνθήκες μέσα
στις οποίες θα πραγματώναμε τα δικαιώματα μας σε ολόκληρο το εύρος τους. Απέτυχε
παρόλο που διέθετε όλα τα μέσα. Φτάνει πια! Είναι καιρός να αντιληφθούμε πως η σιωπηρή αποδοχή οποιασδήποτε κρατικής ιθαγένειας, αποτελεί συνάμα συναίνεση και δίνει το έρεισμα σε μια υποκριτική, στρεβλή, κατακερματισμένη, αποτυχημένη τάξη πραγμάτων, να συνεχίσει την αυταρχική της πορεία, μαζί με την δική μας σύμπραξη. Αν δεν μας αρέσει, αν δεν την θέλουμε, το μόνο που έχουμε να κάνουμε
είναι να την απορρίψουμε και να αλλάξουμε εμείς ως άτομα. Τίποτα δεν πρόκειται να βελτιωθεί στον κόσμο αν δεν δράσουμε αποφασιστικά και με επίγνωση. Η αποποίηση της ιθαγένειας
από έναν άνθρωπο οδηγεί στην ατομική Ελευθερία του ατόμου. Η αποποίηση της
ιθαγένειας από έναν ολόκληρο Έθνος, οδηγεί στην συλλογική Ελευθερία του Έθνους.
Η αποποίηση της ιθαγένειας από όλον τον κόσμο, οδηγεί στην Ελευθερία της Ανθρωπότητας.
Η επιλογή ορθώνεται ξεκάθαρα μπροστά μας.
Σήμερα υπάρχει παγκόσμια ένας συνεχώς αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων, στην συνείδηση των οποίων έχουν καταρρεύσει τα περιοριστικά δόγματα, οι πολιτικές σκοπιμότητες, τα διαχωριστικά σύνορα και οι εχθρικές διενέξεις. Σήμερα υπάρχει παγκόσμια ένα πλήθος ατόμων που δεν εκφράζεται πια από τα υφιστάμενα πολιτικά καθεστώτα και απ’ το ήθος που αυτά εκπέμπουν. Άνθρωποι που βλέπουν τις κυβερνήσεις τους, να κουρελιάζουν όλες οι παγκόσμιες διακηρύξεις για Ελευθερία, Ειρήνη, Ευημερία και Αδελφοσύνη. Άνθρωποι που βλέπουν τις κυβερνήσεις τους, να τους εξαπατούν και να τους φέρονται δίχως την οφειλόμενη αξιοπρέπεια. Άνθρωποι που βλέπουν να διευρύνεται παγκόσμια, η αδικία, η φτώχεια, η κοινωνική ανισότητα, η φαυλότητα, η αθλιότητα, η βαρβαρότητα, ο σαδισμός και η παράνοια, δίχως να έχουν καμία δυνατότητα ουσιαστικής παρέμβασης. Σήμερα υπάρχει παγκόσμια ένα μεγάλο πλήθος ατόμων με εξεγερμένες συνειδήσεις, καθώς βλέπουν να καταπατούνται οι θεμελιώδες ελευθερίες και η ίδια τους η φυσική υπόσταση. Ένα αυξανόμενο πλήθος ανθρώπων που θέλουν να ζήσουν πραγματικά ελεύθεροι, να καθορίζουν οι ίδιοι την ζωή τους, να είναι κύριοι των εαυτών τους και να δομήσουν έναν πιο φωτεινό κόσμο, καταργώντας τους φαύλους θεσμούς, όπως έχουν απόλυτο δικαίωμα να κάνουν. Ένα πλήθος ανθρώπων που θέλουν να ζήσουν ως Ελεύθεροι Πολίτες του Κόσμου. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι, αποτελούν έναν παγκόσμιο λαό και η θέληση του πρέπει να ακουστεί προς κάθε κατεύθυνση. Αυτός ο λαός δικαιούται και θα εκφράσει την θέληση του! Αυτός ο λαός θα πραγματώσει παγκόσμια το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης του! Αυτός ο λαός είναι ο παγκόσμιος λαός των Αυτοχθόνων Ανιθαγενών, που θέλουν να ζουν Ελεύθεροι!
Οι Αυτόχθονες Ανιθαγενείς βροντοφωνάζουν… Είμαστε Αυτόχθονες μα και
Πολίτες του Κόσμου! Η ύπαρξη μας και η βούληση μας έχουν αξία! Εκπροσωπούμε οι
ίδιοι τον εαυτό μας! Γεννηθήκαμε για να ζούμε Ελεύθεροι! Δεν μας εκφράζουν πια
τα ανήθικα κράτη και οι φαύλοι θεσμοί! Δεν αναγνωρίζουμε πια την εξουσία τους
επάνω μας! Δεν ανεχόμαστε πια να μας εξαπατούν οι Πολιτικοί Απατεώνες! Αρνούμαστε
να είμαστε όμηροι ανήθικων Εξουσιών! Αρνούμαστε πια να είμαστε θύματα! Δεν φταίνε αυτοί
που μας εξαπάτησαν. Δεν φταίνε αυτοί που μας ξεζούμισαν. Φταίμε εμείς που το αποδεχτήκαμε!
Φταίμε εμείς που τους ανεχτήκαμε. Φτάνει πια! Ως εδώ!
Η Ανιθαγένεια ως συνειδητή επιλογή του ατόμου, αποτελεί την ύστατη μορφή πολιτικής καταγγελίας, ενάντια στο διεφθαρμένο, παγκόσμιο κατεστημένο. Είναι η πιο ουσιαστική πολιτική πράξη, για την ανατροπή του φαύλου κατεστημένου και για την επίτευξη μιας δίκαιης, συμμετοχικής και ευημερούσας κοινωνίας. Αυτού του είδους η αλλαγή μπορεί να προκληθεί μόνο από συνειδητοποιημένους ανθρώπους, όχι από άβουλα όντα που άγονται και φέρονται ως έρμαια, ακολουθώντας τυφλά τις επιταγές των εξουσιών και την χυδαία προπαγάνδα τους. Η αλλαγή θα επιτελεστεί από ανθρώπους που θα εφαρμόσουν στην πράξη την απλή αυτή αλήθεια: «Πρέπει να είσαι η αλλαγή που εύχεσαι να δεις στον κόσμο.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου