Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2021

Το Θεμελιώδες Δικαίωμα στην Ανιθαγένεια

 


Η Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση του Ο.Η.Ε. στις 10 Δεκεμβρίου του 1948 και αποτελεί ένα ιστορικό ορόσημο, για την αναγνώριση, τον καθορισμό και την θεμελίωση των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Η Οικουμενική Διακήρυξη, ήρθε σε μια στιγμή που η ανθρωπότητα επούλωνε τις νωπές πληγές της, από το μεγαλύτερο αιματοκύλισμα και την μαζικότερη βαρβαρότητα που είχε γνωρίσει ως τότε. Αυτή η Διακήρυξη αποτέλεσε το θεμέλιο για την μετέπειτα δημιουργία διεθνών συμβάσεων από μέρους της παγκόσμιας κοινότητας των κρατών, που είχαν ως σκοπό την νομοθετική κατοχύρωση των θεμελιωδών Ελευθεριών και Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Μέσω αυτών των συμβάσεων, τα συμβαλλόμενα κράτη αναγνώρισαν επίσημα τα Ατομικά, Πολιτικά, Κοινωνικά, Οικονομικά και Μορφωτικά δικαιώματα του Ανθρώπου, που απορρέουν από την φυσική του υπόσταση. Μέσα από αυτές τις συμβάσεις που αποτελούν τμήμα του Διεθνούς Δικαίου, η παγκόσμια κοινότητα αναγνωρίζει τον Άνθρωπο ως ον προικισμένο με λογική, με συνείδηση, με αξιοπρέπεια και με αναφαίρετα δικαιώματα. Κατά δήλωση της παγκόσμιας κοινότητας, «η αναγνώριση της εγγενούς αξιοπρέπειας και των ίσων δικαιωμάτων όλων των μελών της ανθρώπινης κοινωνίας, αποτελεί τη βάση της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ειρήνης στον κόσμο».

Ανάμεσα σε όλα τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίστηκαν στον Άνθρωπο, αναγνωρίστηκε και το δικαίωμα του στην Ιθαγένεια. Εννοιολογικά, η Ιθαγένεια παραπέμπει στον φυσικό και κοινωνικό δεσμό ενός ατόμου με τον τόπο που γεννήθηκε. Όμως στην νομική ορολογία, Ιθαγένεια σημαίνει τον Νομικό Δεσμό που συνδέει το άτομο με το Κράτος, με βάση τον οποίο το πρόσωπο καθίσταται υπήκοος τού κράτους και δεν αποτελεί απαραίτητα απόδειξη της εθνικής καταγωγής του ατόμου. Σύμφωνα πάντα με την νομική ορολογία, ως Ανιθαγενές λογίζεται ένα άτομο που κανένα Κράτος δεν το θεωρεί υπήκοο του. Ο όρος Ανιθαγένεια είναι αμιγώς νομικός όρος και δεν αντιστοιχεί στην φυσική πραγματικότητα, εφόσον όλοι εκ των πραγμάτων γεννήθηκαν σε κάποιον τόπο. Καθίσταται λοιπόν προφανές ότι με την χρήση του όρου «Ιθαγένεια», το κράτος αξιώνει την νομή και κατοχή του φυσικού και κοινωνικού δεσμού ενός ατόμου με τον τόπο του, μετατρέποντας έτσι τον φυσικό δεσμό, σε νομικό δεσμό. Με αυτόν τον τρόπο, το κράτος δεσμεύει την υπόσταση του συνόλου των ατόμων, που αποτελούν την φυσική κοινωνία ενός τόπου και αναγορεύεται σε ρυθμιστής της κοινωνίας.

Βλέπουμε λοιπόν πως η λέξη Ιθαγένεια απέκτησε καθαρά νομικό χαρακτήρα. Η ιθαγένεια αποτελεί για το κράτος μια νομική πράξη δημοσίου δικαίου και κατά κανόνα αποδίδεται υποχρεωτικά στο άτομο με την γέννηση του και την εγγραφή του στα κρατικά ληξιαρχεία. Στο άρθρο 15 της «Οικουμενικής Διακήρυξης», το δικαίωμα στην ιθαγένεια αναγνωρίστηκε απ’ την διεθνή κοινότητα ως θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα. Μετέπειτα τα κράτη στις συμβάσεις τους, εξέλαβαν την Ιθαγένεια ως «τον πυρήνα του δικαιώματος κάθε ανθρώπου να απολαμβάνει τα δικαιώματά του». Η έλλειψη Ιθαγένειας για τον άνθρωπο, θεωρήθηκε μείζον πρόβλημα. Αποτέλεσμα αυτής της θεώρησης, ήταν να δημιουργηθούν ειδικές διεθνείς συμβάσεις, που να ρυθμίζουν το ζήτημα της Ιθαγένειας και οι Ανιθαγενείς αντιμετωπίστηκαν ως θύματα. Το σκεπτικό ήταν ότι κανένας άνθρωπος δεν πρέπει να είναι ανιθαγενής και οι διεθνείς συμβάσεις όρισαν ως στόχο την εξάλειψη του προβλήματος της ανιθαγένειας απ’ το διεθνές σκηνικό. Αποφασίστηκε λοιπόν ότι ο άνθρωπος πρέπει να έχει οπωσδήποτε μια (τουλάχιστον) ιθαγένεια, να υπάγεται δηλαδή οπωσδήποτε στην δικαιοδοσία και την εξουσία ενός (τουλάχιστον) κράτους. Σε κάποιες συμβάσεις μάλιστα προβλέφθηκε η διάταξη πως «κάθε Κράτος πρέπει να παρέχει στους πολίτες του τη δυνατότητα αποβολής της ιθαγένειάς τους με την προϋπόθεση ότι δεν καθίστανται ανιθαγενείς».

Το κράτος λοιπόν αξιώνει σε κάθε περίπτωση, πως ο Άνθρωπος με την γέννηση του θα πρέπει να τίθεται άμεσα υπό της δικαιοδοσίας του. Κατά κανόνα, η Ιθαγένεια αποδίδεται στο άτομο σε μια ηλικία που δεν διαθέτει αναπτυγμένη συνείδηση και βούληση, δηλαδή όταν ο άνθρωπος δεν διαθέτει ακόμη δικαιοπρακτική ικανότητα. Με αυτόν τον τρόπο, ο άνθρωπος εισάγεται εν αγνοία του σε μια νομική σύμβαση, σε μια χρονική στιγμή που δεν μπορεί να έχει ούτε άποψη, ούτε να προβάλει αντιρρήσεις ή αξιώσεις. Αν το καλοσκεφτούμε, κάτι τέτοιο αποτελεί ουσιαστικά την πρώτη κατάφορη παραβίαση των θεμελιωδών Ελευθεριών της Συνείδησης και της Αυτοδιάθεσης του ατόμου, όπως άλλωστε και κάθε παρόμοια σύμβαση που τελείται δίχως την επίγνωση και την συγκατάθεση του. Μια παρόμοια παραβίαση της αυτοδιάθεσης του ατόμου, είναι ο νηπιοβαπτισμός, που αποτελεί τόσο μια νομική, όσο και μια μεταφυσική σύμβαση και θέτει το άτομο και την ψυχή του, στην δικαιοδοσία του κράτους της εκκλησίας. Αυτές οι δύο αποτελούν τις καθοριστικότερες παραβιάσεις της ανθρώπινης βούλησης, που έχουν αντίκτυπο σε ολόκληρη την μετέπειτα ζωή του ανθρώπου. Επί της ουσίας λοιπόν οι παραβιάσεις των θεμελιωδών και αναγνωρισμένων ελευθεριών του ανθρώπου, ξεκινούν από την στιγμή που γεννιέται. 

Εφόσον αποδεχόμαστε πως η ιθαγένεια είναι «ο νομικός δεσμός που συνδέει το άτομο με το Κράτος», αυτό σημαίνει πως η ιθαγένεια αποτελεί την θεμελιώδη αξίωση των κρατών να έχουν υπηκόους επί των οποίων άρχουν, διότι δίχως υπήκοους δεν υφίστανται κράτη. Προφανώς με Ελεύθερους και Αδέσμευτους ανθρώπους δεν μπορούν να σταθούν τα κράτη, παρά μόνο με υποτελείς υπηκόους που τελούν υπό των κρατικών εντολών. Η Ιθαγένεια αποτελεί την πρώτη και σημαντικότερη σύμβαση του Κράτους με τον Άνθρωπο και όλες οι υπόλοιπες που έπονται αποτελούν παράγωγα αυτής. Έχοντας κατανοήσει αυτήν την αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα, γίνεται εύκολα αντιληπτό πως η αξίωση των κρατών για απόδοση ιθαγένειας σε κάθε άτομο, αποτελεί περισσότερο μια βασική ανάγκη των κρατών για την υπόσταση τους, παρά μια φυσική ανάγκη των ανθρώπων για την δική τους υπόσταση ή για την υπόσταση των κοινωνιών τους. Έχοντας υπόψιν λοιπόν αυτά που προαναφέρθηκαν για το ζήτημα της Ιθαγένειας, εξάγεται το συμπέρασμα πως τα κράτη θεωρούν επί της ουσίας την απόδοση Ιθαγένειας περισσότερο ως ανθρώπινο Καθήκον παρά ως ανθρώπινο Δικαίωμα.

Όσον αφορά την Ιθαγένεια και τον νομικό της ορισμό, δυο τινά μπορούν να ισχύουν. Είτε η Ιθαγένεια αποτελεί Δικαίωμα είτε αποτελεί Καθήκον. Όπως επίσης, είτε ο άνθρωπος έχει ελεύθερη βούληση, είτε όχι. Όχι όμως και τα δυο ταυτόχρονα. Αν η Ιθαγένεια αποτελεί δικαίωμα, δεν μπορεί να επιβάλλεται υποχρεωτικά. Αν αποτελεί καθήκον τότε δεν είναι ζήτημα επιλογής. Το σημαντικότερο ζήτημα που ανακύπτει από αυτό, είναι το αν ο άνθρωπος αναγνωρίζεται ως κύριος του εαυτού του, ή όχι. Στην προκειμένη περίπτωση οι διεθνείς συμβάσεις ορίζουν την Ιθαγένεια ως δικαίωμα. Και όπως θα τεκμηριωθεί παρακάτω, η Ιθαγένεια αποτελεί όντως ανθρώπινο δικαίωμα και όχι ανθρώπινη υποχρέωση. Αν λοιπόν η Ιθαγένεια αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα του ανθρώπου, αυτό συνεπάγεται πως εξίσου αναφαίρετο δικαίωμα είναι και η Ανιθαγένεια. Όπως ακριβώς ο γάμος, ή ο μη γάμος. Πόσο δε μάλλον, όταν μιλάμε για μια νομική σύμβαση τόσο καθοριστικής σημασίας, που επιβάλλεται με τον τρόπο που επιβάλλεται. Ας δούμε λοιπόν πως τεκμαίρεται, ότι τόσο η Ιθαγένεια όσο και η Ανιθαγένεια αποτελούν αναφαίρετα δικαιώματα του ανθρώπου και πως ο άνθρωπος δικαιούται να προσβάλει οποιαδήποτε σύμβαση του έχει επιβληθεί εν αγνοία του και τον θέτει σε καθεστώς υποτέλειας.

Ξεκινάμε από την βασική παραδοχή, πως η υπόσταση του κράτους πηγάζει από την ανθρώπινη υπόσταση και όχι η ανθρώπινη υπόσταση από το κράτος. Ο άνθρωπος αποτελεί αυθύπαρκτο ον, εν αντιθέσει με το κράτος που δεν αποτελεί αυθύπαρκτη οντότητα, αλλά προκύπτει αποκλειστικά ως παράγωγο της φυσικής ύπαρξης ανθρώπων και των ιδεών τους. Η έννοια του κράτους είναι μια ανθρώπινη επινόηση, και σε καμία περίπτωση μια επινόηση δεν μπορεί να υπερκεράζει τα φυσικά δικαιώματα αυτού που την επινόησε και την δημιούργησε, δηλαδή του ανθρώπου. Το κράτος ως μια επινόηση του ανθρώπου, εξαρτάται από την ανθρώπινη βούληση, εν αντιθέσει με την φυσική υπόσταση του ατόμου που δεν τεκμαίρεται από την βούληση κανενός κράτους. Άνθρωποι δίχως κράτη μπορούν να υπάρξουν και να επιβιώσουν, όχι όμως κράτη δίχως ανθρώπους επί των οποίων άρχουν. Άρα η έννοια του κράτους, δεν είναι  ένα εγγενές και απαράγραπτο χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης, εν αντιθέσει με την κρατική υπόσταση που έχει ως απαραίτητη προϋπόθεση την φυσική ύπαρξη ανθρώπων. Ποιος λοιπόν άρχει σε ποιον; Ο δημιουργός στο δημιούργημα, ή το δημιούργημα στον δημιουργό;

Προεκτείνοντας αυτήν την θεώρηση, το ίδιο ακριβώς ισχύει και για την φυσική κοινωνικοποίηση του ατόμου, με άλλα άτομα του είδους του. Και πάλι, τα κράτη είναι αυτά που αποτελούν παράγωγα των κοινωνιών, και όχι οι κοινωνίες παράγωγα των κρατών. Ανθρώπινες κοινωνίες δίχως κράτη μπορούν να υπάρξουν, να επιβιώσουν και να συμβιώσουν, όχι όμως κράτη δίχως ανθρώπινες κοινωνίες επί των οποίων άρχουν. Παρόλο που τα κράτη προέκυψαν ως κοινωνικές συμβάσεις και μεταβιβάστηκαν από γενιά σε γενιά μέσω της παράδοση, σε κάθε δεδομένο παρόν το κράτος είναι αυτό που επαναβεβαιώνεται από την αποδοχή της κοινωνίας και όχι η κοινωνία από την αποδοχή του κράτους. Αυτή είναι μια αδιαμφισβήτητη αλήθεια, που τεκμηριώνεται και μέσα από τις ίδιες τις κρατικές και διακρατικές παραδοχές. Το Ελληνικό Σύνταγμα στο Άρθρο1, δηλώνει ρητώς: «Θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία. Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον Λαό (και) υπάρχουν υπέρ αυτού…». Παρομοίως οι διακρατικές συμβάσεις αναφέρουν:  «Η λαϊκή θέληση είναι το θεμέλιο της κρατικής εξουσίας.» «Όλοι οι λαοί έχουν το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης. Σύμφωνα με το δικαίωμα αυτό, καθορίζουν ελεύθερα το πολιτικό καθεστώς τους και εξασφαλίζουν ελεύθερα την οικονομική, κοινωνική και μορφωτική ανάπτυξή τους».

Εδώ λοιπόν, έγκειται η στιγμή της επιλογής και της απόφασης για κάθε άνθρωπο με δικαιοπρακτική ικανότητα, σύμφωνα πάντα με τα διεθνώς αναγνωρισμένα, κατοχυρωμένα, θεμελιώδη και αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα του. Αυτά τα δικαιώματα που πρέπει να ικανοποιηθούν, είναι το δικαίωμα στην Αυτοδιάθεση, το δικαίωμα στην Νομική Υπόσταση, το δικαίωμα στην Ελευθερία Σκέψης, Έκφρασης, Συνείδησης, Πεποιθήσεων, καθώς επίσης και το δικαίωμα να τα εκδηλώνει όλα αυτά Έμπρακτα, τόσο ως άτομο όσο και από κοινού με άλλους ανθρώπους! Κάθε ανθρώπινο ον που αντιλαμβάνεται την ουσία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του και την ουσία της ίδιας της ύπαρξης του, πρέπει να επιλέξει με πλήρη επίγνωση και ευθύνη, πως θέλει να ζήσει. Θέλει να ζήσει ως Ελεύθερος Άνθρωπος, ή ως Υποτελής Υπήκοος προς οποιοδήποτε κράτος; Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με τα αναγνωρισμένα δικαιώματα του ανθρώπου, «Κανείς δεν κρατείται σε υποτέλεια», που σημαίνει πως ο εξαναγκασμός του ατόμου να βρίσκεται κάτω από την εξουσία άλλων είναι απαράδεκτος.

Έχοντας μπροστά του αυτές τις δυο σαφείς επιλογές, ο άνθρωπος καλείται να επιλέξει για τον εαυτό του, είτε κάποια Ιθαγένεια (έννομη σχέση με κράτος) που εκφράζει την συνείδηση του, είτε καμία Ιθαγένεια εφόσον καμία δεν τον εκφράζει. Το αναγνωρισμένο από το διεθνές δίκαιο, δικαίωμα του ανθρώπου σε μια Ιθαγένεια, προϋποθέτει ασφαλώς και την αναγνώριση του δικαιώματος του σε καμία Ιθαγένεια. Όπως ακριβώς και το αναγνωρισμένο δικαίωμα για σύναψη γάμου, προϋποθέτει και την δυνατότητα μη γάμου. Τα άτομα δίχως καμία ιθαγένεια είναι αναγνωρισμένα διεθνώς με τον όρο «Ανιθαγενείς» και σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο απολαμβάνουν ισότιμα όλων των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Η συνειδητή αποποίηση του ατόμου στο δικαίωμα της Ιθαγένειας και κατά συνέπεια η εκούσια αποδοχή της Ανιθαγένειας, με ότι αυτή συνεπάγεται, αποτελεί μια εξ’ ορισμού Πολιτική και Νομική πράξη, ύψιστης σημασίας. Το δικαίωμα στην Ανιθαγένεια προκύπτει από μια σειρά λογικών συλλογισμών και τεκμαίρεται από το διεθνές δίκαιο, που αφορά τα Ατομικά, Πολιτικά, Κοινωνικά και Οικονομικά δικαιώματα του Ανθρώπου.

Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, «Η λαϊκή θέληση είναι το θεμέλιο της κρατικής εξουσίας» και «Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον Λαό και υπάρχουν υπέρ αυτού». Όλα τα διεθνώς αναγνωρισμένα δικαιώματα που αναφέρονται στους λαούς, πηγάζουν από τα θεμελιώδη δικαιώματα του ατόμου. Όλες οι λαϊκές ιδιότητες επίσης, πηγάζουν από τις ιδιότητες του ατόμου. Κατ’ επέκταση και οι εξ-ουσίες πηγάζουν από την ουσία του ατόμου. Για να είναι ελεύθερος και αξιοπρεπής ένας λαός, πρέπει απαραίτητα να είναι ελεύθερα και αξιοπρεπή τα άτομα που τον συνθέτουν. Τα ανθρώπινα άτομα λοιπόν, είναι οι πρωταρχικοί φορείς όλων των λαϊκών αξιώσεων και ιδιοτήτων, διότι η φυσική υπόσταση των λαών προϋποθέτει την φυσική υπόσταση των ατόμων που τους συγκροτούν. Η λαϊκή θέληση συντίθεται από τις εκατοντάδες χιλιάδες ατομικές θελήσεις των ατόμων που συγκροτούν τον λαό. Όσο ένα δικαίωμα είναι λαϊκό, άλλο τόσο είναι και ατομικό. Αυτό προστάζει και η αρχή της ισονομίας. Η μη θέληση του λαού, προφανώς αίρει την νομιμοποίηση οποιασδήποτε κρατικής εξουσίας. Όπως η θέληση του λαού, έτσι ακριβώς και η θέληση του ατόμου, είναι αυθόρμητη και δεν επιβάλλεται στην συνείδηση του με την βία. Επομένως η βούληση ενός λαού και κατ’ επέκταση η βούληση ενός ατόμου, είναι αυτοδίκαιη και παράγει έννομα αποτελέσματα. Όταν το άτομο που είναι ο πρωταρχικός φορέας αυτής της αδιαμφισβήτητης θέλησης, ταυτίζεται με την θέληση του υπόλοιπου λαού, τότε εύλογα μπορεί να θεωρεί τον εαυτό του ως μέλος του λαού. Όταν όμως η λαϊκή θέληση δεν εκφράζει την συνείδηση και την θέληση του ατόμου, τότε το άτομο μπορεί δικαίως να διαχωρίσει τον εαυτό του από την λαϊκή υπόσταση, διατηρώντας όμως όλες τις θεμελιώδεις Ελευθερίες και Δικαιώματα που απορρέουν από την φυσική του υπόσταση ως Ανθρώπου. Εξάλλου, σύμφωνα και με το διεθνές δίκαιο, η Νομική Υπόσταση του ανθρώπου είναι ακόμη ένα θεμελιώδες του δικαίωμα και αναγνωρίζεται οπουδήποτε κι αν βρίσκεται ο άνθρωπος με την φυσική του υπόσταση. Αυτό σημαίνει πως σε κάθε περίπτωση, ο κάθε Άνθρωπος αναγνωρίζεται ως Πολιτικό όν, εκφράζοντας και πραγματώνοντας την θέληση του, ακόμη και ως απόλυτη μειοψηφία, δηλαδή ως άτομο, «χωρίς να υπόκειται σε διακριτική μεταχείριση και να παρενοχλείται για τις απόψεις του».

Σύμφωνα και πάλι με το Διεθνές Δίκαιο, «Όλοι οι λαοί έχουν το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης. Σύμφωνα με το δικαίωμα αυτό, καθορίζουν ελεύθερα το πολιτικό καθεστώς τους και εξασφαλίζουν ελεύθερα την οικονομική, κοινωνική και μορφωτική ανάπτυξή τους». Το άτομο και πάλι ως πρωταρχικός φορέας του λαϊκού δικαιώματος της Αυτοδιάθεσης, μπορεί να καθορίσει ελεύθερα το πολιτικό του καθεστώς, ακόμη και αν το καθεστώς που επιλέγει αφορά αποκλειστικά τον ίδιο ως την απόλυτη μειονότητα. Εδώ ο κάθε άνθρωπος έχει και πάλι μπροστά του δυο σαφείς επιλογές. Είτε θα επιλέξει για τον εαυτό του, να τεθεί υπό την εξουσία ενός ευρέως αποδεκτού καθεστώτος, εφόσον αυτό εκφράζει την συνείδηση του, είτε δεν θα τεθεί κάτω από κανένα κρατικό καθεστώς, εφόσον κανένα δεν εκφράζει την συνείδηση του. Σε αυτήν την δεύτερη περίπτωση, ο άνθρωπος επιλέγει για τον εαυτό του μια αυτόνομη κατάσταση, δηλαδή το καθεστώς του Ανιθαγενή. Το διεθνές δίκαιο αναγνωρίζει στους Ανιθαγενείς τα ίδια θεμελιώδη δικαιώματα με αυτά κάθε άλλου ανθρώπου.

Από την άλλη μεριά, η αποδοχή μιας ιθαγένειας από μέρους ενός ανθρώπου, συνεπάγεται με κάποιες θεμελιώδεις παραδοχές από μέρους του, τις οποίες ο άνθρωπος πρέπει να κατανοήσει. Το άτομο που αποδέχεται οποιαδήποτε ιθαγένεια, υποχρεούται να εκφράσει με όρκο, πίστη και αδιαμφισβήτητη υποταγή στο κράτος του οποίου την ιθαγένεια αποδέχεται. Το άτομο βέβαια ενδεχομένως να διαχωρίζει στην αντίληψη του, την πίστη προς το έθνος, με την πίστη προς το κράτος. Το κράτος όμως αυτά δεν τα διαχωρίζει καθόλου, εφόσον το κράτος οικειοποιείται και την έννοια του έθνους και την ταυτίζει σκόπιμα με την δική του υπόσταση. Για τον νόμο, Κράτος και Έθνος είναι ένα και το αυτό. Το κράτος έρχεται να ενσαρκώσει την μεταφυσική ιδέα του έθνους, συγχωνεύοντας απόλυτα τις δύο έννοιες. Η βούληση του έθνους εκφράζεται μέσα από την κρατική εξουσία. Η Κρατική κυριαρχία αποτελεί συνάμα και Εθνική κυριαρχία. Το κράτος ορίζει την εθνική πολιτική και το έθνος ακολουθεί πιστά τις κρατικές επιταγές. Έτσι μετά από αυτήν την αυθαίρετη συγχώνευση, όποιος αποποιείται το κράτος καταλήγει να αποποιείται και το έθνος. Η ένορκη δήλωση πίστης και υποταγής λοιπόν σε ένα κράτος, προϋποθέτει ότι η συνείδηση του ατόμου καθοδηγείται από τα πολιτικά ιδεώδη, την ηθική και τις σκοπιμότητες του συγκεκριμένου κράτους και των ταγών που το ενσαρκώνουν. Σημαίνει επίσης την απόλυτη αποδοχή του συνταγματικού και νομοθετικού πλαισίου του κράτους. Η δήλωση πίστης και υποταγής, σημαίνει πως το άτομο αποδέχεται το κράτος ως τον απόλυτο ρυθμιστή της ζωής του, αλλά και του έθνους ολόκληρου. Η δήλωση πίστης και υποταγής του ατόμου σε ένα κράτος, συνεπάγεται και την υποχρεωτική συμμετοχή του σε ενδεχόμενες πολεμικές συρράξεις, υπακούοντας αδιαμαρτύρητα και δίχως απείθεια στις όποιες πολιτικές και στρατιωτικές εντολές. Εν καιρώ πολέμου οι ανυπότακτοι ή λιποτάκτες εκτελούνται, παρόλο που εν γένει ο σύγχρονος πολιτισμός θεωρεί την θανατική ποινή ως βαρβαρότητα. Συνοπτικά λοιπόν, η αποδοχή μιας ιθαγένειας και η ένορκη δήλωση πίστης και υποταγής στο κράτος, συνεπάγεται με την υποταγή της συνείδησης του ατόμου στις κρατικές σκοπιμότητες και με την αναγνώριση του κράτους, ως της ανώτατης αρχής επάνω στην φυσική του ύπαρξη. Εφόσον ο άνθρωπος προσφέρει την αποδοχή του στο κράτος, αυτό τον θέτει αυτομάτως κάτω από τον κρατικό ζυγό, σε μια κατάσταση που δεν επιδέχεται καμίας θεσμικής αμφισβήτησης.

Ένας άνθρωπος που δεν αποδέχεται για τον εαυτό του και δεν συναινεί με ένα κρατικό κατεστημένο που το θεωρεί φαύλο, δεν μπορεί να δηλώνει πίστη και υποταγή σε αυτό. Κατά συνέπεια η απόσυρση της δηλώσεως πίστης και υποταγής προς το κράτος, καθιστά το άτομο έκπτωτο του νομικού του δεσμού με το κράτος, όπως ακριβώς και η απόσυρση συζυγικής πίστης καθιστά το άτομο έκπτωτο του συζυγικού του δεσμού. Η απόσυρση της πίστης και της συναίνεσης προς το κράτος, αίρει αυτομάτως το νομότυπο έρεισμα της εξουσίας, εφόσον «η λαϊκή θέληση είναι το θεμέλιο της κρατικής εξουσίας».  Η άρνηση πίστης και υποταγής σε οποιοδήποτε άλλο κράτος καθιστά το άτομο ως de facto Ανιθαγενή. Η οποιαδήποτε περεταίρω απόπειρα εξαναγκασμού για την επιβολή μιας ιθαγένειας, σε έναν συνειδητό και αυτόβουλο άνθρωπο, αποτελεί κατάφωρη παραβίαση των δικαιωμάτων Ελευθερίας, Συνείδησης και Αυτοδιάθεσης και διώκεται με βάση τις αρχές του διεθνούς δικαίου. Η επιλογή της Ανιθαγένειας, αποτελεί την μέγιστη έκφραση της πολιτικής αυτοδιάθεσης του ατόμου.

Η κρατική εξουσία δεν καταργείται με κανέναν από τους σπασμωδικούς και προβλέψιμους τρόπους αντίδρασης των μαζών στην εξουσία, όπως για παράδειγμα με συλλογές υπογραφών, διαδηλώσεις και οδομαχίες με τις δυνάμεις καταστολής. Αυτές οι μέθοδοι αφορούν αποκλειστικά το θυμικό και λειτουργούν μόνο ως βαλβίδα ψυχικής εκτόνωσης του όχλου, δίχως να επιφέρουν καμία ουσιαστική αλλαγή και καμία μεταβολή της πραγματικότητας. Οι αντιρρήσεις και οι διαμαρτυρίες κάποιου ατόμου, που συνεχίζει να παρέχει το νομικό έρεισμα για να το εξουσιάζουν, δεν έχουν απολύτως καμία βαρύτητα και σημασία. Ο τρόπος για να απαλλαγεί το ανθρώπινο ον από την φαύλη εξουσία του κράτους, είναι αρκετά απλός στην εφαρμογή του. Είναι πέρα από όσα μπορεί προβλέψει και να διαχειριστεί η κρατική εξουσία. Ο τρόπος είναι η μονομερής καταγγελία και η απόσυρση από τον νομικό δεσμό με το κράτος, δηλαδή η αποποίηση της Ιθαγένειας του κράτους. Το άτομο που αποποιείται την κρατική Ιθαγένεια, δεν σημαίνει απαραίτητα πως αποποιείται και την εθνική του συνείδηση. Αποποιείται μόνο την έννομη σχέση του με το κράτος, μην αναγνωρίζοντας πια την εξουσία του και μην προσφέροντας του έρεισμα νομιμοποίησης. Το άτομο που διαχωρίζει στην συνείδηση του, το φαύλο Κράτος από το Έθνος, οφείλει να τα διαχωρίσει και εμπράκτως αποκηρύσσοντας την Ιθαγένεια του κράτους, ειδάλλως ο διαχωρισμός δεν έχει κανένα ουσιώδες αντίκρισμα. Από την άλλη μεριά, κάποιο άτομο που δεν διακατέχεται από Εθνικιστικά ιδεώδη, οφείλει και αυτό επίσης προς την συνείδηση του, να αποκηρύξει τον έννομο δεσμό με το κράτος που προβάλει εθνικιστικά προσχήματα, προς λαϊκή κατανάλωση. Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι της αποποίησης ιθαγένειας εναπόκεινται στην ατομική συνείδηση του καθενός. Όπως και να χει όμως, η αποποίηση της ιθαγένειας είναι μια ουσιώδης επαναστατική πράξη, που οδηγεί το άτομο στην ελευθερία από τα κρατικά δεσμά.

Η αποποίηση της Ιθαγένειας δεν σημαίνει βέβαια ότι ο άνθρωπος αποποιείται την κοινωνία και τις εύλογες υποχρεώσεις του προς αυτήν. Η Ανιθαγένεια δεν σημαίνει επίσης ότι ο άνθρωπος θέτει τον εαυτό του υπεράνω των νόμων και των ελευθεριών των συνανθρώπων του, ή ότι δεν είναι υπόλογος για τις πράξεις του. Όποιος το νομίζει αυτό, θα βρεθεί σύντομα κάτω από τα πραγματικά δεσμά της εξουσίας. Η ίδια η ζωντανή υπόσταση του ατόμου, αποτελεί την διαπίστευση όλων των δικαιωμάτων του. Όμως η αναγνώριση και ο σεβασμός στα δικαιώματα όλων, διέπεται από την αρχή της αμοιβαιότητας, που αποτελεί βασική αρχή του διεθνούς δικαίου. Οι σχέσεις λοιπόν των ανθρώπων και των κοινωνιών τους, πρέπει να αυτορυθμίζονται σύμφωνα με τις αρχές και τις αξίες του διεθνούς δικαίου. Οι ανθρώπινες κοινωνίες χρειάζονται αναμόρφωση κάτι που οι κρατικοί θεσμοί απέτυχαν να κάνουν. Για να αναμορφωθούν όμως οι ανθρώπινες κοινωνίες χρειάζεται να αναμορφωθεί ο ίδιος ο άνθρωπος, ως άτομο. Να ξαναβρεί την συνείδηση που έχασε. Διότι όσο ο άνθρωπος λειτουργεί ασυνείδητα, τόσο θα εξακολουθεί να είναι έρμαιο καταπιεστικών και φαύλων εξουσιών. Το να μην θέλουν δικαιωματικά οι άνθρωποι να βρίσκονται κάτω από την κυριαρχία άλλων, συνεπάγεται με το να διαθέτουν αυτοκυριαρχία.

Το Άρθρο 28 της «Οικουμενικής Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων» διακηρύσσει: «Καθένας έχει το δικαίωμα σε μια κοινωνική και διεθνή τάξη, μέσα στην οποία τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που προκηρύσσει η παρούσα Διακήρυξη να μπορούν να πραγματώνονται σε όλη τους την έκταση». Η καθεστηκυία τάξη των κρατών και των θεσμών παγκόσμια, απέτυχε να εκπληρώσει την δεδηλωμένη αποστολή της. Απέτυχε να δημιουργήσει τις παγκόσμιες συνθήκες μέσα στις οποίες θα πραγματώναμε τα δικαιώματα μας σε ολόκληρο το εύρος τους. Απέτυχε παρόλο που διέθετε όλα τα μέσα. Φτάνει πια! Είναι καιρός να αντιληφθούμε πως η σιωπηρή αποδοχή οποιασδήποτε κρατικής ιθαγένειας, αποτελεί συνάμα συναίνεση και δίνει το έρεισμα σε μια υποκριτική, στρεβλή, κατακερματισμένη, αποτυχημένη τάξη πραγμάτων, να συνεχίσει την αυταρχική της πορεία, μαζί με την δική μας σύμπραξη. Αν δεν μας αρέσει, αν δεν την θέλουμε, το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να την απορρίψουμε και να αλλάξουμε εμείς ως άτομα. Τίποτα δεν πρόκειται να βελτιωθεί στον κόσμο αν δεν δράσουμε αποφασιστικά και με επίγνωση. Η αποποίηση της ιθαγένειας από έναν άνθρωπο οδηγεί στην ατομική Ελευθερία του ατόμου. Η αποποίηση της ιθαγένειας από έναν ολόκληρο Έθνος, οδηγεί στην συλλογική Ελευθερία του Έθνους. Η αποποίηση της ιθαγένειας από όλον τον κόσμο, οδηγεί στην Ελευθερία της Ανθρωπότητας. Η επιλογή ορθώνεται ξεκάθαρα μπροστά μας.

Σήμερα υπάρχει παγκόσμια ένας συνεχώς αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων, στην συνείδηση των οποίων έχουν καταρρεύσει τα περιοριστικά δόγματα, οι πολιτικές σκοπιμότητες, τα διαχωριστικά σύνορα και οι εχθρικές διενέξεις. Σήμερα υπάρχει παγκόσμια ένα πλήθος ατόμων που δεν εκφράζεται πια από τα υφιστάμενα πολιτικά καθεστώτα και απ’ το ήθος που αυτά εκπέμπουν. Άνθρωποι που βλέπουν τις κυβερνήσεις τους, να κουρελιάζουν όλες οι παγκόσμιες διακηρύξεις για Ελευθερία, Ειρήνη, Ευημερία και Αδελφοσύνη. Άνθρωποι που βλέπουν τις κυβερνήσεις τους, να τους εξαπατούν και να τους φέρονται δίχως την οφειλόμενη αξιοπρέπεια. Άνθρωποι που βλέπουν να διευρύνεται παγκόσμια, η αδικία, η φτώχεια, η κοινωνική ανισότητα, η φαυλότητα, η αθλιότητα, η βαρβαρότητα, ο σαδισμός και η παράνοια, δίχως να έχουν καμία δυνατότητα ουσιαστικής παρέμβασης. Σήμερα υπάρχει παγκόσμια ένα μεγάλο πλήθος ατόμων με εξεγερμένες συνειδήσεις, καθώς βλέπουν να καταπατούνται οι θεμελιώδες ελευθερίες και η ίδια τους η φυσική υπόσταση. Ένα αυξανόμενο πλήθος ανθρώπων που θέλουν να ζήσουν πραγματικά ελεύθεροι, να καθορίζουν οι ίδιοι την ζωή τους, να είναι κύριοι των εαυτών τους και να δομήσουν έναν πιο φωτεινό κόσμο, καταργώντας τους φαύλους θεσμούς, όπως έχουν απόλυτο δικαίωμα να κάνουν. Ένα πλήθος ανθρώπων που θέλουν να ζήσουν ως Ελεύθεροι Πολίτες του Κόσμου. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι, αποτελούν έναν παγκόσμιο λαό και η θέληση του πρέπει να ακουστεί προς κάθε κατεύθυνση. Αυτός ο λαός δικαιούται και θα εκφράσει την θέληση του! Αυτός ο λαός θα πραγματώσει παγκόσμια το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης του! Αυτός ο λαός είναι ο παγκόσμιος λαός των Αυτοχθόνων Ανιθαγενών, που θέλουν να ζουν Ελεύθεροι!

Οι Αυτόχθονες Ανιθαγενείς βροντοφωνάζουν… Είμαστε Αυτόχθονες μα και Πολίτες του Κόσμου! Η ύπαρξη μας και η βούληση μας έχουν αξία! Εκπροσωπούμε οι ίδιοι τον εαυτό μας! Γεννηθήκαμε για να ζούμε Ελεύθεροι! Δεν μας εκφράζουν πια τα ανήθικα κράτη και οι φαύλοι θεσμοί! Δεν αναγνωρίζουμε πια την εξουσία τους επάνω μας! Δεν ανεχόμαστε πια να μας εξαπατούν οι Πολιτικοί Απατεώνες! Αρνούμαστε να είμαστε όμηροι ανήθικων Εξουσιών! Αρνούμαστε πια να είμαστε θύματα! Δεν φταίνε αυτοί που μας εξαπάτησαν. Δεν φταίνε αυτοί που μας ξεζούμισαν. Φταίμε εμείς που το αποδεχτήκαμε! Φταίμε εμείς που τους ανεχτήκαμε. Φτάνει πια! Ως εδώ!

Η Ανιθαγένεια ως συνειδητή επιλογή του ατόμου, αποτελεί την ύστατη μορφή πολιτικής καταγγελίας, ενάντια στο διεφθαρμένο, παγκόσμιο κατεστημένο. Είναι η πιο ουσιαστική πολιτική πράξη, για την ανατροπή του φαύλου κατεστημένου και για την επίτευξη μιας δίκαιης, συμμετοχικής και ευημερούσας κοινωνίας. Αυτού του είδους η αλλαγή μπορεί να προκληθεί μόνο από συνειδητοποιημένους ανθρώπους, όχι από άβουλα όντα που άγονται και φέρονται ως έρμαια, ακολουθώντας τυφλά τις επιταγές των εξουσιών και την χυδαία προπαγάνδα τους. Η αλλαγή θα επιτελεστεί από ανθρώπους που θα εφαρμόσουν στην πράξη την απλή αυτή αλήθεια: «Πρέπει να είσαι η αλλαγή που εύχεσαι να δεις στον κόσμο.»

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2021

Οι Επαναστατικές Εκδοχές Και Οι Σχέσεις Τους Με Την Εξουσία

 


Ο όρος  «Επανάσταση» έχει πάρει διάφορες εκδοχές, όπως οι περισσότερες λέξεις που αναφέρονται σε αφηρημένες ιδέες. Οι επαναστάσεις αποτελούν συνήθως το προϊόν της μακρόχρονης καταπίεσης, της αλαζονικής διαφθοράς και της τυραννικής διακυβέρνησης των εξουσιαστικών θεσμών, επί των ατόμων που βρίσκονται υπό την εξουσία τους.

Μια από τις πιο συνήθεις εκδοχές της λέξης «Επανάσταση», είναι η ταύτιση της με μια μορφή κοινωνικού πολέμου, δηλαδή με ένοπλες συνήθως και μαζικές εξεγέρσεις πληθυσμών, εναντίων των καθεστώτων στα οποία υπόκεινται. Στις λαϊκές επαναστάσεις εμπλέκονται δύο αντίρροπες δυνάμεις. Από την μία, η καθεστηκυία τάξη με τους υποστηριχτές της, που επιδιώκει την διατήρηση της επικρατούσας τάξης πραγμάτων, αποθαρρύνοντας και πολεμώντας οποιαδήποτε προσπάθεια κοινωνικής αλλαγής. Από την άλλη, η δύναμη των επαναστατημένων, που μέσω εξέγερσης επιδιώκει την κοινωνική αλλαγή και την εγκαθίδρυση μιας νέας τάξης πραγμάτων. Οι επαναστατικές ιδεολογίες εστιάζουν κυρίως στις ταξικές διαφορές των ανθρώπων, οι οποίες αποτελούν τις αιτίες αντιπαράθεσης και σύγκρουσης. Εν τέλει το αφήγημα επιτάσσει πάντα, πως κάποιοι πρέπει να επιβληθούν στους υπόλοιπους. Στο τέλος κάθε βίαιης επανάστασης, 2 είναι τα πιθανά ενδεχόμενα: Είτε θα επικρατήσουν με την βία οι δυνάμεις του κατεστημένου και θα συνεχίσουν την άσκηση της τυραννικής εξουσίας τους, είτε θα επικρατήσουν οι δυνάμεις των επαναστατών, εκτοπίζοντας από την εξουσία τα πρόσωπα που ενσαρκώνουν τους καταπιεστικούς θεσμούς και εγκαθιδρύοντας ένα νέο καθεστώς, με νέα πρόσωπα και ανακαινισμένο ιδεολογικό και θεσμικό υπόβαθρο.

Σε κάθε περίπτωση, οι επιτυχημένες επαναστάσεις αυτού του είδους, αντικαθιστούν το παλαιό κατεστημένο με ένα νέο κατεστημένο, που φέρει τον άνεμο της απελευθέρωσης. Βέβαια οι έννοιες Ελευθερία και Κατεστημένο είναι επί της ουσίας ασύμβατες, φτάνοντας μάλιστα κάποια στιγμή στο σημείο της ολικής ρήξης, εφόσον κάθε ιδεολόγημα που μεταλλάσσεται σε κατεστημένο, έχει την τάση να εγκλωβίζει τις συνειδήσεις και να καταπιέζει την ελευθερία των υποκειμένων της. Κάθε κατεστημένο δομείται επάνω σε ανομοιογενείς κοινωνίες που χαρακτηρίζονται από ατομικές ανισότητες. Άλλος είναι πιο ευφυής, άλλος πιο έξυπνος, άλλος πιο ρωμαλέος, άλλος πιο όμορφος, άλλος πιο ικανός να κάνει συγκεκριμένα πράγματα, άλλος πιο πολυσχιδής κλπ. Δίπλα στις φυσικές ανισότητες των ατόμων έρχονται να προστεθούν και οι κοινωνικές ανισότητες, καθώς την ίδια στιγμή που κάποιος εκπροσωπεί τον εαυτό του και τα συμφέροντα του, κάποιος άλλος εκπροσωπεί πολυπληθείς ομάδες ατόμων και συμφερόντων. Έτσι σταδιακά το νέο κατεστημένο θεσμοθετεί και διευρύνει αυτές τις κοινωνικές ανισότητες και σε βάθος χρόνου έχει την τάση να γίνεται καταπιεστικό, καθώς προασπίζει τα μεγάλα προνόμια λίγων εις βάρους των πολλών και των αδύναμων. Η ιστορία είναι γεμάτη από παραδείγματα επαναστάσεων που ανέτρεψαν τις υφιστάμενες εξουσίες τυραννικών καθεστώτων, εγκαθιδρύοντας νέες δομές εξουσίας, όμως στην πορεία μετεξελίχθηκαν σε εξίσου τυραννικά καθεστώτα με αυτά που αντικατέστησαν. Εξέχων παράδειγμα αυτού η επανάσταση των Μπολσεβίκων.

Αυτό είναι λίγο-πολύ αναμενόμενο, καθώς με κάθε φαινομενική αλλαγή, ο επαναστατικός ενθουσιασμός των ατόμων καταλαγιάζει και τελικά η διασφάλιση του βιοπορισμού, των ανέσεων, της σταθερότητας και της επίτευξης των στόχων, αποκτούν μεγαλύτερη σημαντικότητα από την διασφάλιση της Ελευθερίας. Επίσης αυτή η ανομοιογένεια που χαρακτηρίζει τις ανθρώπινες κοινωνίες, είναι ο βασικότερος λόγος, για τον οποίο οι επαναστάσεις καταλήγουν μοιραία στο ξεπούλημα. Οι άνθρωποι της βάσης, που διαθέτουν το επίκτητο σύνδρομο της κατωτερότητας και αποτελούν την πλειοψηφία, αρκούνται στο να παραμένουν παραγκωνισμένοι οπαδοί, μικροί και πνευματικά υποδεέστεροι σε σχέση με τους εκλεκτούς, πράγμα που τους οδηγεί αναπόφευκτα στην υποτέλεια. Στην πλειονότητα τους δεν έχουν ούτε την κατάρτιση, μα ούτε και την διάθεση να ασχοληθούν με την φιλοσοφική και πρακτική κατανόηση των ιδεών που οδήγησαν στην επανάσταση, αλλά απορροφημένοι καθώς είναι από τις βιοποριστικές μέριμνες, αρκούνται σε εύπεπτα συνθήματα, τα οποία εν καιρώ καταλήγουν ένας μακρινός απόηχος…

Υπάρχει όμως και μια διαφορετικής μορφής επανάσταση, με αέναη διάρκεια. Αυτή η επανάσταση δεν βασίζεται στην αποδοχή ή στην μαζική συμμετοχή του κοινωνικού περίγυρου. Είναι η προσωπική επανάσταση του ατόμου, που ξεκινάει αυθόρμητα στην συνείδηση και δεν έχει να κάνει τόσο με τις υλικές συνθήκες, όσο με την διαρκή αμφισβήτηση απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας, εφόσον κάθε μορφή εξουσίας τείνει να καταπιέζει και να αφαιρεί την ελευθερία από τα υποκείμενα της. Είναι μια επανάσταση που στοχεύει μεν στην εκβαράθρωση των τυραννικών καθεστώτων, έχοντας όμως την βαθιά επίγνωση πως οτιδήποτε μετεξελίσσεται σε κατεστημένο, έχει την τάση να γίνεται καταπιεστικό και ανελεύθερο. Ως εκ τούτου ο μοναχικός επαναστάτης αρνείται να ενταχθεί σε δόγματα που διεκδικούν την εξουσία και το αλάθητο. Παραμένει συνεχώς σε επαναστατική εγρήγορση, γνωρίζοντας ότι πολύ σύντομα θα χρειαστεί να ξανασηκώσει τα μανίκια του, απέναντι στο νέο κατεστημένο που εγκαθιδρύθηκε με την αρωγή του όχλου, μετά βαΐων και κλάδων.

Ο μοναχικός επαναστάτης είναι συμβεβλημένος μονάχα με την συνείδηση του και δεν έχει την πολυτέλεια να προσδοκά στην διάχυση της ατομικής του ευθύνης στον όχλο. Έτσι μοιραία πολλές φορές, επιλέγει έναν δρόμο εντελώς μοναχικό, δίχως να περιμένει την αποδοχή ή την συμμετοχή κανενός άλλου. Είναι όμως αποφασισμένος να βαδίζει στον μοναχικό του δρόμο μέχρι τέλους, έχοντας πάντοτε ως οδηγό το πνεύμα και την συνείδηση του. Γνωρίζει ότι ίσως να μην συναντήσει κανέναν συνοδοιπόρο στο δύσβατο μονοπάτι της Ελευθερίας και πως η ευθύνη αλλά και οι συνέπειες της επαναστατικής του πορείας, θα βαρύνουν αποκλειστικά τον ίδιον.

Η βασική διαφορά αυτών των δυο επαναστατικών εκδοχών, είναι οι στόχοι και τα μέσα που χρησιμοποιούν. Οι μαζικές εξεγέρσεις πληθυσμών έχουν ως στόχο την ανατροπή των εξουσιαστών και την αντικατάσταση τους από άλλους εξουσιαστές. Αυτού του είδους οι εξεγέρσεις δεν αμφισβητούν την ίδια την εξουσία, αλλά μόνο τους διαχειριστές της. Το οπτικό τους πεδίο περιορίζεται στις υλικές συνθήκες και ο βασικός τους στόχος είναι οι ανακατανομή των προνομίων. Το βασικό μέσο αντιπαράθεσης των εξεγερθέντων είναι η ένοπλη βία, μέσω της οποίας φιλοδοξούν να ανατρέψουν το παλαιό καθεστώς και να επιβάλουν ένα νέο. Κατά κανόνα, αυτού του είδους οι ανατροπές, οδηγούν αργά η γρήγορα σε νέες μορφές καταπίεσης. Από την άλλη μεριά, οι μοναχικοί επαναστάτες, αμφισβητούν ως επί το πλείστον το ίδιο το σύστημα εξουσίας εκτός από τους διαχειριστές του. Δεν εστιάζουν τόσο σε πρόσωπα όσο στην ίδια την φύση της εξουσίας, που ανεξάρτητα από το ιδεολογικό της πρόσημο και τα εφήμερα πρόσωπα, σχεδόν αναπόφευκτα καταλήγει καταπιεστική. Το οπτικό τους πεδίο δεν περιορίζεται στις υλικές συνθήκες ή στην ανακατανομή των προνομίων, αλλά στοχεύουν στην αναμόρφωση των ανθρώπινων συνειδήσεων που δημιουργούν την συλλογική πραγματικότητα. Αν και δεν απορρίπτουν δογματικά την βίαιη αντιπαράθεση που υπό ορισμένες συνθήκες είναι αναπόφευκτη, γνωρίζουν ότι μια τέτοια συνειδησιακή αναμόρφωση δεν επιτυγχάνεται με βίαια μέσα, οπότε δεν εστιάζουν στην βία ως το κύριο μέσο της επαναστατικής δράσης. Όσο οι συνειδήσεις παραμένουν στην ίδια υποτελή κατάσταση, η βία θα ανακυκλώνει απλώς την υποτέλεια. Επομένως, εστιάζουν κυρίως στην αφύπνιση των συνειδήσεων μέσω του λόγου, της διαλεκτικής, της φιλοσοφικής προσέγγισης και της ενσυναίσθησης..

Καθώς αναλογιζόμαστε τις αντιθέσεις αυτών των επαναστατικών εκδοχών, αντιλαμβανόμαστε τελικά πως η σπουδαιότερη και πιο ουσιαστική επανάσταση που θα μπορούσε να συντελεστεί, είναι η αναγέννηση των συνειδήσεων, η καλλιέργεια του νου και του πνεύματος των ατόμων, όλες δηλαδή οι γενεσιουργές αιτίες των δράσεων τους. Αυτή η αλλαγή αποτυπώνεται διαχρονικά στην στάση της ζωής τους, ανεξάρτητα από τις επικρατούσες συνθήκες, ή απ’ την κοινωνική αποδοχή και οδηγεί σε μια πραγματική μεταμόρφωση του ατόμου. Μόνο ένα σύνολο από μεταμορφωμένες συνειδήσεις, αποτελεί ένα γόνιμο πεδίο ουσιαστικού μετασχηματισμού ολόκληρης της κοινωνίας και των υλικών συνθηκών της.

Το ερώτημα που γεννάται είναι: Πόσο ρεαλιστική ή ρομαντική, είναι η ιδέα της ατομικής επανάστασης; Μπορεί κάποιος να αντιταχθεί μόνος του στα καταπιεστικά καθεστώτα που παραβιάζουν την Ελευθερία και την Αξιοπρέπεια του ατόμου; Η μονολεκτική απάντηση είναι, Ναι, μπορεί να το κάνει! Όχι μόνο μπορεί, αλλά έχει χρέος προς την συνείδηση του να το κάνει, ακόμη και αν κανείς άλλος τριγύρω του δεν φαίνεται πρόθυμος ή ικανός να το κάνει.

Εξετάζοντας την ουσία της φυσικής μας υπόστασης, οι περισσότεροι θα συμφωνούσαν τουλάχιστον σε λεκτικό επίπεδο, πως κανείς δεν ενσαρκώθηκε στον υλικό κόσμο για να αποτελεί ιδιοκτησία ή υποχείριο κανενός. Άρα δεν έχει σημασία απλώς να επιβιώνεις ως ένα άβουλο υποχείριο, αλλά να παραμένεις άνθρωπος με όλη την σημασία της ελεύθερης φύσης σου. Όμως για κάποιους λόγους οι άνθρωποι πείθονται να μπουν κάτω απ’ τον ζυγό της εξουσίας και καταλήγουν να αποδέχονται ως φυσική νομοτέλεια την υποτέλεια τους, είτε σε μεμονωμένα άτομα, είτε σε ομάδες ατόμων που αποτελούν εξουσιαστικά καθεστώτα.

Πως ορίζουμε τι είναι η Εξουσία και πως τελικά αυτή καταλήγει να καταπιέζει τα άτομα; Εξ-ουσία είναι η μεταβίβαση σε κάποιον ή σε κάτι άλλο της δυνατότητας και ευθύνης του ατόμου να παίρνει αποφάσεις, η παγιωμένη υποταγή της θέλησης του ενός στην θέληση του άλλου, η μεταβίβαση της ατομικής του ουσίας σε κάτι έξω από αυτόν. Τα άτομα της κοινωνικής βάσης, μην διαθέτοντας στην πλειονότητα τους ούτε τον απαιτούμενο χρόνο, ούτε την διάθεση, να αναπληρώσουν τις πνευματικές τους ανεπάρκειες, θεωρούν πιο πρακτικό, να μεταθέσουν σε λίγους εκλεκτούς την ευθύνη της λήψης αποφάσεων για τις ζωές τους, μεταβιβάζοντας τους την Εξουσία (Έξω την ουσία) ως λευκή επιταγή. Τελικά μαζί με την ευθύνη της λήψης αποφάσεων, ο άνθρωπος φτάνει στο σημείο να παραδίδει στους εκλεκτούς, ολόκληρο τον έλεγχο την συνείδησης του, όσο και την καθολική ευθύνη της ίδιας του της ύπαρξης. Φτάνει στο σημείο να εξαρτάται από τους εκλεκτούς, ώστε να του υπαγορεύουν το σωστό και το λάθος, το επιτρεπτό και το ανεπίτρεπτο, τα όρια και τον σκοπό της υπόστασης του. Το κράτος που δημιουργείται, αρχίζει να θεωρεί και να συμπεριφέρεται στα υποκείμενα του άτομα, λίγο-πολύ ως ιδιόκτητα αντικείμενα, έχοντας την απόλυτη εξουσία και τον τελευταίο λόγο πάνω στις υπάρξεις τους. Έτσι ο ελεύθερος άνθρωπος, καταλήγει να γίνει το παθητικό υποκείμενο του νόμου, το άβουλο αντικείμενο της εξουσίας, απόλυτα υπάκουος, ελεγχόμενος και χειραγωγούμενος, όπως ακριβώς τα πιόνια.

Αυτή η αποδοχή της εξουσίας από μέρους των ατόμων είναι απόλυτα βολική για τους λίγους εκλεκτούς που ασκούν την εξουσία, αλλά τελικά σε αυτήν την κατάσταση μοιάζουν να βολεύονται οι πάντες. Οι εκλεκτοί τότε αρχίζουν να δομούν το κανονιστικό πλαίσιο που ρυθμίζει τις ζωές και την καθημερινότητα όλων αυτών που τους εμπιστεύτηκαν. Αυτή η συνθήκη γίνεται καθεστώς και σύντομα οι εκλεκτοί αντιλαμβάνονται, πως αυτό το καθεστώς μπορεί να εξασφαλίσει για τους ίδιους μια πολυτελή ζωή προνομίων, την στιγμή που οι πολλοί φαίνεται να αρκούνται στα αποφάγια. «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι» αναφωνούν οι μεσσίες… Σταδιακά η κοινωνική ανομοιογένεια δημιουργεί μια πολυεπίπεδη διαστρωμάτωση, με ανάλογα επίπεδα προνομίων. Όσο ανεβαίνουμε στην κοινωνική κλίμακα τόσο αυξάνονται τα προνόμια και μειώνεται ο αριθμός των προνομιούχων. Στο τέλος η εξουσία γίνεται ο αυτοσκοπός των εξουσιαστών και η επιβίωση αυτοσκοπός των εξουσιαζόμενων. Έχοντας φτάσει το καθεστώς σ’ αυτό το σημείο, γίνεται πλέον φανερό ότι η πάλη των τάξεων δεν αποσκοπεί πια στην απόλυτη κοινωνική ισότητα και στην ελευθερία, αλλά στην αναρρίχηση της κλίμακας προνομίων και στην επιβολή των προνομίων της μιας κοινωνικής τάξης εις βάρος κάποιας άλλης.

Μέσα σε αυτήν την κατάσταση, ο άνθρωπος αντιμετωπίζεται πια ως ανήλικο που έχει χρεία κηδεμονίας (όχι άδικα), ακριβώς όπως ένα βρέφος που δεν διαθέτει βουλητική ωριμότητα. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός, πως αυτοί οι εκλεκτοί κηδεμόνες αποκαλούνται συχνά ως οι «πατέρες του έθνους». Το μόνο που παρέχεται πλέον στον σύγχρονο υπήκοο κάθε 4 χρόνια, είναι η ψευδαίσθηση της φαινομενικής συμμετοχής του στην λήψη αποφάσεων, μέσω της επιλογής των προσώπων που θα λειτουργούν ως κηδεμόνες του και θα αποφασίζουν αντ’ αυτού. Όμως τελικά αυτή η κατάσταση κηδεμονίας που αποκαλείται κατ ευφημισμό «Δημοκρατία», δείχνει να τον αφήνει ικανοποιημένο, εφόσον φαίνεται να του εξασφαλίζει ένα ανεκτό βιοτικό επίπεδο και μια φαινομενική «ελευθερία».

Οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι «πατέρες του έθνους» για να κανονίσουν την συλλογική πραγματικότητα των κηδεμονευόμενων τους, ονομάζονται Νόμος και ο Νόμος υπερισχύει σε κάθε περίπτωση της ατομικής βούλησης του καθενός που υπόκειται σε αυτόν. Η διατύπωση των νόμων αποτυπώνει την ελλιπή και πεπερασμένη αντίληψη της πραγματικότητας, ακόμη και από μέρους των νομοθετών. Ο νόμος είναι τόσο ατελής όσο και αυτοί που τον διατύπωσαν, οπότε είναι ατελής στο σύνολο του. Η εικόνα του νόμου όμως προς τα έξω πρέπει να προβάλλεται πάντοτε ως αδιαμφισβήτητα τέλειας. Ο νόμος πρέπει να καταστεί στην συνείδηση όλων ως ιερό τοτέμ. Άσχετα από τις κοινωνικές συνθήκες κάθε δεδομένης στιγμής, η ισχύς του νόμου πρέπει να είναι αδιαμφισβήτητη και να τίθεται σε κάθε περίπτωση υπεράνω όλων. Μπορεί ένας νόμος να έχει θεσπιστεί πολλά χρόνια πριν και αυτοί που τον θέσπισαν να έχουν πια πεθάνει, η ισχύς του όμως εξακολουθεί και παραμένει αδιασάλευτη ως απόλυτη αλήθεια. Η πραγματικότητα των ζώντων μπορεί να καθορίζεται απ’ τις απόψεις των νεκρών, αλλά κανείς δεν δείχνει θορυβημένος από αυτό το γεγονός.

Αυτό λοιπόν που πρώτιστα προσπαθούν να επιτύχουν οι εξουσιαστές, είναι η διαχρονική εμπέδωση της ισχύς του νόμου στην συνείδηση των υποκειμένων και ομολογουμένως το πετυχαίνουν. Ο ίδιος ο νόμος αποτελεί το κύριο μέσο της διασφάλισης των προνομίων αυτών που άρχουν, ανεξάρτητα από τις φυσικές συνθήκες και από τις ανάγκες που μεταβάλλονται στο πέρασμα του χρόνου. Ο νόμος σε κάθε περίπτωση αποτυπώνει την θέληση επιβολής συγκεκριμένων κοινωνικών συνθηκών που εξασφαλίζουν συγκεκριμένα ταξικά προνόμια. Δεδομένης όμως της ατέλειας του νόμου, κρίνεται απαραίτητη η ύπαρξη ενός δαιδαλώδους συμπλέγματος όχι μόνο διατύπωσης αλλά και ερμηνειών του νόμου, φτάνοντας στο σημείο να μην γνωρίζει σχεδόν κανείς τον νόμο και τις επιμέρους ερμηνείες στο σύνολο τους.

Ένας συνειδητός άνθρωπος όμως δεν χρειάζεται την κυριαρχία κανενός νόμου επάνω του, ούτως ώστε για να του καθορίσει την ζωή και τα ατομικά του όρια. Ο συνειδητός άνθρωπος διαθέτει Αυτοκυριαρχία και μπορεί να είναι ένα κοινωνικό όν, θέτοντας ο ίδιος όρια στην συμπεριφορά του, σεβόμενος σε κάθε περίσταση τα Δικαιώματα, την Ελευθερία και την Αξιοπρέπεια των άλλων. Δεν χρειάζεται να αποστηθίσει κάποιος δεκάδες χιλιάδες τόμους νομολογίας, για να αναγνωρίσει το δίκαιο. Τους νόμους στο σύνολο τους δεν τους γνωρίζουν ούτε καν αυτοί που τους θεσπίζουν, γι’ αυτό και χρειάζεται να ανατρέχουν συνεχώς ανάμεσα στους χιλιάδες νομικούς τόμους των βιβλιοθηκών, ώστε να δουν πως καθορίζουν οι τυπωμένες απόψεις την κάθε λεπτομέρεια της φυσικής αλληλεπίδρασης. Ο μόνος νόμος που είναι αρκετός για να ρυθμίσουν τις μεταξύ τους σχέσεις οι συνειδητοί άνθρωποι, είναι γνωστός από την αρχαιότητα και είναι αρκετά απλός στην εφαρμογή του: Κάνε στους άλλους αυτό που θέλεις να κάνουν σε εσένα και μην κάνεις στους άλλους ότι δεν θέλεις να σου κάνουν. Περιττά όλα τα υπόλοιπα.

Το παράδοξο της υπόθεσης είναι ότι, οι άνθρωποι ως υποκείμενα του νόμου, υποχρεούνται να εφαρμόζουν νόμους και ερμηνείες που δεν γνωρίζουν. Κανένας δεν είναι σε θέση να γνωρίζει το σύνολο των χιλιάδων νόμων και των ερμηνειών, που αποτυπώνονται σε δεκάδες εκατομμύριων σελίδες νομολογίας, όμως ο ίδιος ο νόμος δεν αναγνωρίζει σε κανέναν ελαφρυντικά λόγο της άγνοιας ή λαθεμένης ερμηνείας του. Αυτή η παράδοξη απαίτηση αποτελεί μια ολοφάνερη απόδειξη της μεγάλης αλήθειας που προαναφέρθηκε: Ο νόμος ουσιαστικά ενυπάρχει μέσα στην συνείδηση μας ως έμφυτος κώδικας δεοντολογίας! Κάθε έλλογο άτομο, αναγνωρίζει αυτόματα το σωστό και το λάθος στην κοινωνική συμπεριφορά των ατόμων, ακόμη και όταν υπάρχει άγνοια των λεπτομερειών του νόμου. Αυτή η παράδοξη και συνάμα παράλογη απαίτηση του νόμου, φανερώνει επίσης πως, κανένας νόμος, κανένα σύνταγμα και καμία διακήρυξη, δεν διατυπώθηκε χωρίς να εμπεριέχει το σπέρμα της ασυνέπειας και της αυτοαναίρεσης, κάτι που αποτελεί προάγγελο της στρεβλότητας τους. Κανένα σύνταγμα στον κόσμο, όσο φιλελεύθερο κι αν είναι, δεν εκφράζει απόλυτα την βούληση της «κοινωνίας» που καλείται να το εφαρμόσει, καθώς η ίδια ετερόκλητη «κοινωνία» που δομείται πάνω στην ανισότητα και τον ανταγωνισμό, εφόσον δεν έχει μια ενιαία βούληση, διέπεται από συγκρουόμενα συμφέροντα και προνόμια. Ενώ στην μία παράγραφο ενός νομοθετήματος θεσπίζεται ένα αδιαμφισβήτητο δικαίωμα, στην επόμενη παράγραφο προβλέπονται οι εξαιρέσεις που το καταργούν, πράγμα που τελικά σημαίνει ότι δεν είναι και τόσο αδιαμφισβήτητο. Έτσι διασφαλίζεται στην κρατική εξουσία ο ρόλος του τελικού ρυθμιστή της ύπαρξης όλων, ανεξάρτητα από την βούληση τους και απ’ το φυσικό δίκαιο. Και πώς το κράτος να μην είναι ο τελικός ρυθμιστής όλων, εφόσον όλοι εκλαμβάνονται ως έχοντες χρείαν της κηδεμονίας του νόμου, δηλαδή της άποψης των λίγων εκλεκτών που επιβάλλεται ως κυρίαρχη άποψη για όλους; Τα δικαιώματα ισχύουν κατά το δοκούν και η ισχύς τους καθορίζεται από τις σκοπιμότητες όσων στελεχώνουν τις ανώτατες βαθμίδες εξουσίας, ακόμη και όταν αυτή είναι αντίθετη με την συλλογική βούληση των υποκειμένων της ατόμων που αποτελούν την «κοινωνία». Αυτό είναι κάτι που το βλέπουμε ολοφάνερα και στις ημέρες ζόφου που διάγουμε. Ό,τι όμως ισχύει και καταργείται κατά το δοκούν, ερήμην της  φυσικής κοινωνίας από την οποία απορρέει, παύει να είναι δικαίωμα και μετατρέπεται σε προσωρινό προνόμιο που χορηγείται με σκοπιμότητες και ανταλλάγματα.

Όλα αυτά βέβαια, δεν σημαίνουν ότι ο νόμος αποτελείται αποκλειστικά από καταπιεστικούς ή παράλογους κανόνες και αντιλήψεις. Απεναντίας αποτελεί πολλές φορές ένα χρήσιμο ρυθμιστικό πλαίσιο συμπεριφοράς με ορθολογικούς κανόνες, εύλογους περιορισμούς και απολύτως αποδεκτά όρια, με τα οποία θα συμφωνούσε κάθε έλλογο ον. Ο ίδιος ο νόμος φαίνεται λειτουργικός και χρήσιμος, εφόσον η πλειονότητα όσων υπόκεινται σε αυτόν δείχνει ανίκανη να αναλάβει τις ευθύνες που την αφορούν. Οπότε σε κάθε περίπτωση είναι καλό να γνωρίζουμε όσα αναφέρονται στα βασικότερα νομικά κείμενα που περιγράφουν και καθορίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, δηλαδή το νομικό πλαίσιο που αναγνωρίζεται ευρέως ως Διεθνές Δίκαιο. Γνωρίζοντας τα βασικότερα σημεία των συνταγματικών κειμένων, των νόμων και των συμβάσεων για τα δικαιώματα του ανθρώπου, μπορούμε να προβάλουμε εύλογες αξιώσεις και να αντικρούσουμε κάθε παράλογο και αυθαίρετο νομοθέτημα, που έρχεται σε σύγκρουση με το διεθνές δίκαιο και με την συνείδηση μας.

Βέβαια αυτή η γνώση δεν κάνει κανέναν άτρωτο έμπροσθεν της κρατικής ισχύος, αποτελεί όμως ένα πολύ καλό μέσο άμυνας και τεκμηρίωση της θέλησης αυτών που θέλουν να ζούνε ελεύθεροι. Σε κάθε περίπτωση η Ελευθερία και η Αξιοπρέπεια απαιτούν θαρραλέους αγώνες για τους οποίους δεν υπάρχουν εγγυήσεις. Άλλωστε η ίδια η ζωή είναι ένα φαινόμενο δίχως εγγυήσεις. Στο επόμενο άρθρο θα γίνει μια εκτενής αναφορά και ανάλυση επάνω στις διεθνείς συμβάσεις των θεμελιωδών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθώς και στο Ελληνικό Σύνταγμα, που εμπεριέχουν όλα εκείνα τα εύλογα ερείσματα για τον κάθε συνειδητό άνθρωπο που θέλει να επανακτήσει την Ελευθερία, την Αξιοπρέπεια και την Αυτοδιάθεση του, δίχως καμιά κηδεμονία.

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2021

Η Αποτίμηση της Ελευθερίας και της Αξιοπρέπειας

 



Η εποχή στην οποία συνέπεσε να βρεθούμε, για να συναποτελέσουμε το σώμα της ανθρώπινης κοινωνίας, είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες και κρίσιμες περιόδους της ανθρώπινης ιστορίας. Συνυπάρχουμε σε μια εποχή βαθιάς και πολυδιάστατης κρίσης αξιών, που απειλούν να διασπάσουν και τις τελευταίες συνεκτικές δυνάμεις του κοινωνικού ιστού που τελεί σε αποσύνθεση. Σήμερα αυτό που βάλλεται περισσότερο, είναι οι έννοιες της Ελευθερίας, της Αξιοπρέπειας και της Αυτοδιάθεσης του ατόμου, πάνω στις οποίες δομήθηκε ολόκληρο το ιδεολογικό αφήγημα, για την οικοδόμηση του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού. Στο όνομα αυτών των εννοιών και με πρόσχημα την διασφάλιση και την προστασία τους, συντάχθηκαν και κυρώθηκαν εκατοντάδες συμβάσεις επί συμβάσεων, για τα δικαιώματα του ανθρώπου. Όμως, το κοινό συναίσθημα που πλανάται σήμερα πάνω από τις ανθρώπινες κοινωνίες, είναι πως αυτές οι αξίες παραβιάζονται και καταπατούνται από τους ίδιους θεσμούς που δημιουργήθηκαν ως θεματοφύλακες τους.

Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αυτές οι αξίες δεν έτυχαν της ανάλογης εκτίμησης, σεβασμού και προάσπισης, πρώτιστα από εμάς τους ίδιους που σήμερα προβάλουμε ως υπέρμαχοι τους, ή ως αγανακτισμένοι πολίτες. Εμείς που αποτελούμε τα κύτταρα της κοινωνίας και τα δομικά στοιχεία του συστημικού οικοδομήματος, καταχραστήκαμε, τις παραβιάσαμε και τις καταπατήσαμε. Ασελγήσαμε στην έννοια της Ελευθερίας ενεργώντας με ασυδοσία, με θράσος και με αναίδεια. Χάσαμε το μέτρο της Αξιοπρέπειας και του Αυτοσεβασμού, καταπνίγοντας τα με την αλαζονεία, την έπαρση και την υπεροψία. Μπερδέψαμε την Αυτοδιάθεση, με την απάθεια, την υστεροβουλία και την διαφθορά. Νοιαστήκαμε για ατομικά, για συντεχνιακά και για παραταξιακά προνόμια, αδιαφορώντας για την δικαιοσύνη. Θεωρήσαμε πως ολόκληρο το σύμπαν, οριοθετείται από το ατομικό μας συμφέρον και υφίσταται για να ικανοποιεί την λαιμαργία, την λαγνεία και τον ναρκισσισμό μας. Παραβιάσαμε βάναυσα τα φυσικά δικαιώματα ανθρώπων και ζώων, θεωρώντας το ως μια αδιασάλευτη κανονικότητα. Φερθήκαμε επί μακρόν, σαν κακομαθημένα νήπια, που απαιτούν φανταχτερά πράγματα, μονάχα για να τα τσαλαπατήσουν.

Εφόσον διαστρέψαμε τις θεμελιώδεις αξίες μας, ήταν απολύτως αναμενόμενο πως κάποτε θα μας εγκατέλειπαν και αυτές. Και ενώ μέρα με την μέρα χάνουμε όλο και περισσότερο την Ελευθερία και την Αξιοπρέπεια μας, δεν συνειδητοποιούμε τι ακριβώς χάνουμε γιατί πάψαμε πια να τις αναγνωρίζουμε. Η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων, έχοντας μια παραμορφωτική αντίληψη των εννοιών, προσπαθεί σπασμωδικά να επανακτήσει την πρότερη κατάσταση, αυτήν που τους οδήγησε στα δυσάρεστα αδιέξοδα του σήμερα.

Η αλήθεια είναι πως σε παγκόσμια κλίμακα οι εκάστοτε κρατικές εξουσίες, συμπεριφέρονται στον σύγχρονο άνθρωπο ως νήπιο, που έχει ανάγκη αυστηρής επιτήρησης και κηδεμονίας. Αυτό συμβαίνει επειδή ο σύγχρονος άνθρωπος αποδέχεται και ανέχεται να του συμπεριφέρονται έτσι. Και το αποδέχεται, γιατί εν γένει έχει όντος συμπεριφορά ανώριμου νηπίου. Όσο ο καθένας ατομικά εθελοτυφλεί σε αυτήν την άβολη πραγματικότητα, τόσο η κοινή πραγματικότητα όλων θα γίνεται ολοένα και πιο ασφυκτική, σφίγγοντας όπως η μέγγενη. Όσο ο αήθης ατομικισμός και η εγκληματική αδιαφορία για τις συνέπειες των συμπεριφορών μας, αντικαθιστά την ενσυναίσθηση, τόσο η εξουσία θα παρεμβαίνει με αυταρχικότητα για να καθορίσει τις ζωές μας, επιβάλλοντας την δική της παράνοια. Όσο συμπεριφερόμαστε στους άλλους σαν να έχουμε το ακαταλόγιστο, τόσο η κρατική εξουσία θα επεμβαίνει αποδομώντας το ιδεατό οικοδόμημα των δικαιωμάτων μας. Όσο αδιαφορούμε με απάθεια για τα φυσικά δικαιώματα ανθρώπων και ζώων που τα καταπατήσαμε βάναυσα, τόσο η Ελευθερία μας θα συρρικνώνεται. Η Ελευθερία και η Δικαιοσύνη, δεν αφορούν αποσπασματικά μονάχα εμάς προσωπικά. Αφορούν κάθε πλάσμα που αναπνέει και αισθάνεται, που μπορεί να νιώσει πόνο και χαρά. Δεν γίνεται να βασίζουμε την ελευθερία μας στην σκλαβιά των άλλων. Δεν γίνεται να αντλούμε ευτυχία από την δυστυχία των άλλων. Δεν γίνεται να αποκομίζουμε αξιοπρέπεια από τον εξευτελισμό των άλλων. Δεν γίνεται να αντλούμε ικανοποίηση από τα δεινά των άλλων. Όποιος νομίζει κάτι τέτοιο απλά αυταπατάται.

Το είδος μας, εδώ και πολλούς αιώνες, συμπεριφέρεται ως δυνάστης όλων των υπόλοιπων ειδών, αλλά και του ιδίου. Ο άνθρωπος θεωρεί τον εαυτό του ως απόλυτο κυρίαρχο, ως δικαιωματικό ιδιοκτήτη κάθε ζωντανού όντος, που περπατάει, πετάει, κολυμπάει ή έρπεται. Ο άνθρωπος αντιμετώπισε και συνεχίζει να αντιμετωπίζει τα υπόλοιπα είδη με κάθε βάναυσο τρόπο που θα μπορούσε να διανοηθεί και η πιο νοσηρή φαντασία. Τα κυνήγησε, τα αιχμαλώτισε, τα ακρωτηρίασε, τα βίασε, τα θανάτωσε, τα έγδαρε, τα διαπόμπευσε, και διασκέδασε την πλήξη του με τα βάσανα και με τον θάνατο τους. Η αλαζονεία, η απάθεια, η βία και η καταδυνάστευση, με τα οποία αντιμετωπίσαμε τα υπόλοιπα είδη, νομοτελειακά θα αναπαράγονταν και μέσα στο ίδιο μας το είδος. Από την ημέρα που ο άνθρωπος ξεκίνησε να στρέφεται με τέτοια σκληρότητα εναντίον των άλλων ειδών που τα θεώρησε κατώτερα, ήταν προδιαγεγραμμένο ότι θα το πλήρωνε χύνοντας και το δικό του αίμα στις αρένες της ιστορίας.

Σήμερα το είδος μας έχει φτάσει σε πληθυσμό κοντά στα 8 δις άτομα. Σε ετήσια βάση έχουμε φτάσει στο σημείο να εκτρέφουμε και να σφαγιάζουμε περί τα 70 δις ζώα ξηράς, χωρίς να συνυπολογίζουμε σε αυτά τα δισεκατομμύρια θαλάσσια πλάσματα που θανατώνουμε κάθε χρόνο. Τα αιχμαλωτίζουμε και τα θανατώνουμε για τις σάρκες τους, για το γάλα τους, για το δέρμα τους, για την γούνα τους, για τα πούπουλα τους και για την διασκέδαση μας.  Αν ανατρέξουμε στα γεγονότα που συνέβησαν πριν από 80 περίπου χρόνια, θα συναντήσουμε μια ιστορική περίοδο που ονομάστηκε Ολοκαύτωμα. Τότε για μια περίοδο περίπου 7 ετών, συνέβη η συστηματική εξόντωση 11 εκατομμυρίων άμαχων ανθρώπων, από μέρους του ναζιστικού καθεστώτος. Μπορούμε να αντιληφθούμε τα μεγέθη; Συγκρίνοντας τα, καθώς επίσης συγκρίνοντας την διάρκεια αυτής της ιστορικής περιόδου με την διαχρονική διάρκεια της συστηματικής εξόντωσης των άλλων ειδών, πως άραγε θα αποκαλούσαμε την δεύτερη; Ή μήπως τρέφουμε την αφελή αντίληψη, πως θα παραμείνουμε αλώβητοι ως είδος και ως κοινωνίες, από την συστημική μας βαναυσότητα προς τα υπόλοιπα είδη;

Θα περίμενε κανείς πως μετά από τόσους αιώνες συσσωρευμένης γνώσης, ευφυΐας και εφαρμοσμένης τεχνολογίας, θα είχαμε φτάσει στο απόγειο της πνευματικής και ηθικής μας ανάπτυξης. Θα περίμενε πως θα είχαμε λύσει όλα τα υπαρξιακά προβλήματα αιώνων και θα είχαμε φτιάξει έναν κόσμο αλληλεγγύης και καλοσύνης, μιας και εξ' ορισμού η πραγματικά υψηλή ευφυΐα οδηγεί αναπόφευκτα στην καλοσύνη, εφόσον η καλοσύνη συμβαδίζει με την κατανόηση της ολότητας του κόσμου, της σύνδεσης και της αλληλεξάρτησης των πάντων. Ποια είναι όμως η πραγματικότητα; Ενώ ο ανθρώπινος πολιτισμός έχει φτάσει στο τεχνολογικό και παραγωγικό του απόγειο, συνάμα έχει φτάσει στο απόγειο των κοινωνικών αδιεξόδων, της βίαιης συμπεριφοράς, του σαδισμού, της καταδυνάστευσης, της απάθειας, των ανισοτήτων, της ρομποτοποίησης του ανθρώπου, του ηθικού εκφυλισμού, της παράνοιας, των ασθενειών, της υποβάθμισης του περιβάλλοντος και της ποιότητας ζωής. Η πορεία που επέλεξε το είδος μας μέσα στην ιστορία, η αποδοχή και εξοικείωση του ανθρώπου με την σφαγή και με το αίμα, τον οδήγησε στο απόγειο του ψυχικού, συναισθηματικού και κοινωνικού εκφυλισμού του σήμερα. Είμαστε συνάμα οι θύτες και τα θύματα ενός στρεβλού κατεστημένου, που λειτουργεί με την αποδοχή και την συμμετοχή μας, για να παράγει συλλογική δυστυχία.

Αυτή η αυτοκαταστροφική πορεία δεν πρόκειται να αντιστραφεί σε καμία περίπτωση, αν δεν αποτολμήσει ο καθένας μας την προσωπική αλλαγή. Πριν αρχίσουμε να μαθαίνουμε απ’ την αρχή τις αληθινές έννοιες των λέξεων, χρειάζεται να συναισθανθούμε πως είμαστε συνυπεύθυνοι για την παράνοια που ζούμε. Όσο αρνούμαστε να το αναγνωρίσουμε, τόσο οι σπασμωδικοί αγώνες μας για Ελευθερία και Αξιοπρέπεια θα πέφτουν στο κενό. Αν το δούμε αλλιώς, αν μετανοήσουμε ανακαινίζοντας την νόηση και τις αξίες μας, τότε θα αρχίσουμε να αναχαιτίζουμε τον κρατικό ολοκληρωτισμό και την αυθαιρεσία, κερδίζοντας επάξια την ελευθερία και την αξιοπρέπεια μας. Αν όμως εμείνουμε πεισματικά στην ίδια ανάλγητη νοοτροπία και στις ίδιες βουτηγμένες στο αίμα πρακτικές, τότε πολύ σύντομα θα συρθούμε με πραγματικές αλυσίδες, σε ένα πρωτόγνωρο καθεστώς παγκόσμιου ολοκληρωτισμού, που όμοιο του υπήρξε μονάχα μέσα στις σελίδες μυθιστορημάτων. Οι επιλογές ορθώνονται μπροστά μας.