Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025

Η Ουσία Του Θεϊκού Ζητήματος

 


 Μια από τις διαχρονικότερες, ιδεολογικές διαμάχες, είναι η διένεξη των Θεϊστών και των Άθεων. Η αιώνια αντιλογία, σχετικά με την ύπαρξη, ή την ανυπαρξία του Θεού. Αυτής της υπέρτατης, παντοδύναμης, πάνσοφης, πανάγαθης οντότητας, που υποτίθεται πως δημιούργησε και διαφεντεύει, ολόκληρο το σύμπαν, ενώ κατέχει και την πιο δεσπόζουσα θέση, πάνω από τις «κοινωνίες» των ανθρώπων. Στ’ όνομα αυτής της ιδέας, έχουν χτιστεί πολιτισμοί και αυτοκρατορίες, κι έχουν χυθεί ποταμοί μελανιού και αίματος. Από την μια λοιπόν, οι Θεϊστές, που διακατέχονται απ’ την ακλόνητη πίστη στην ύπαρξη του Θεού, κι απ’ την άλλη, οι Άθεοι, που διακατέχονται απ’ την επίσης ακλόνητη πεποίθηση, της Θεϊκής ανυπαρξίας. Οι μεν Άθεοι, ζητούν επίμονα, απ’ τους ιδεολογικούς αντιπάλους τους, απτές, επιστημονικές αποδείξεις, περί της ύπαρξης του Θεού, ενώ οι Θεϊστές καλούν τους Άθεους, να αποδείξουν εκείνοι, πως ο Θεός που πιστεύουν, δεν υπάρχει. Κάπως έτσι, το «ζήτημα του Θεού», αναλώνεται σε μια ατέρμονη αντέγκληση, αντικρουόμενων συλλογισμών και επιχειρημάτων, περί της ύπαρξης, ή της ανυπαρξίας του, που οδηγούν σχεδόν πάντοτε σε διάσταση απόψεων και αδιέξοδο.

 Όμως η ουσία του «Θεϊκού ζητήματος», είναι λίγο παραπέρα απ' την απλή επαλήθευση, ή διάψευση της ύπαρξης του. Για όλους τους θρησκευτικούς θεσμούς και τα δόγματα, η ύπαρξη του Θεού είναι αδιαμφισβήτητη, όμως δεν είναι αυτό, το τελικό τους ζητούμενο. Η ακλόνητη πεποίθηση περί της «Ύπαρξη του Θεού», αποτελεί για τις θρησκείες, απλά την «Αναγκαία Συνθήκη», απ’ την οποία προκύπτει Αυτομάτως, μια «Θεμελιώδης Υποχρέωση». Αυτή, δεν είναι άλλη, απ’ την υποχρέωση Λατρείας και Υποταγής, στην Θεϊκή Εξουσία και στο υποτιθέμενο θέλημα του Θεού. Διότι, ο βασικός συλλογισμός, Όλων των θρησκευτικών συστημάτων, είναι πως η αδιαμφισβήτητη ύπαρξη του Θεού, γεννά Αυτοδικαίως, την Αναπόφευκτη Υποχρέωση του Ανθρώπου, να Υποτάσσεται σ' αυτόν και να τον Λατρεύει. Σύμφωνα με τις θρησκείες, αυτή η ανθρώπινη υποχρέωση, αποτελεί και μια Εύλογη Αξίωση του Δημιουργού, απ’ τα δημιουργήματα του, που τα βλέπει περισσότερο ως ιδιοκτησία του. Διότι στην θρησκευτική λογική, δεν λογίζεται Θεός δίχως εξουσία. Δεν λογίζεται Θεός που να μην είναι ο Κυρίαρχος, κι ο Αφέντης μας. Αν πάψει να είναι Αφέντης, παύει να είναι και Θεός. Κι ένας Θεός με την ιδιότητα του Αφέντη, έχει πάντοτε ανάγκη από Υποτελείς, πάνω στους οποίους ασκεί την εξουσία και τα κυριαρχικά του δικαιώματα. Οι βαθιά θρησκευόμενοι λοιπόν, λατρεύουν τον Θεό ως αδιαμφισβήτητο Αφέντη τους, επειδή η ακλόνητη παραδοχή της Θεϊκής ύπαρξης, γεννά αυτομάτως μέσα τους, την αναγνώριση της δικής του Εξουσίας και της δικής τους Υποτέλειας.

 Απ’ την αντίπερα όχθη, οι Άθεοι, συνήθως επικεντρώνονται στην πεποίθηση, ανυπαρξίας του Θεού, λόγω έλλειψης απτών αποδείξεων αυτής. Βλέπετε, η υποτιθέμενη Θεϊκή οντότητα, δεν είναι άμεσα και αντικειμενικά αντιληπτή, δεν εμφανίζεται στην φυσική μας πραγματικότητα, ως υπαρκτό πρόσωπο, αλλά καθίσταται αντιληπτή μόνο μέσω της φαντασίας και μέσω αναπόδεικτων υποθέσεων. Στην πραγματικότητα όμως, εστιάζοντας απλώς και μόνο, στην «Θεϊκή Ανυπαρξία», είναι σαν να αποδέχονται κι αυτοί σιωπηρά, το θεμέλιο του θρησκευτικού οικοδομήματος. Δηλαδή, είναι σαν να συμφωνούν, πως μια ενδεχόμενη «Απόδειξη Ύπαρξης», θα δημιουργούσε αυτομάτως και αυτοδικαίως, την δική μας υποχρέωση, να λατρεύουμε το Θεϊκό Ον, ως αναμφισβήτητο αφέντη μας.

 Αναλύοντας λοιπόν, στη βάση της θρησκευτικής λογικής, την αληθινή ουσία του «Θεϊκού ζητήματος», χρειάζεται να κατανοήσουμε ότι, «Θεϊστής», δεν είναι αυτός που απλώς αποδέχεται, την πιθανότητα ύπαρξης κάποιας νοήμονος, ανώτερης δύναμης, αλλά αυτός που προχωράει στο επόμενο βήμα. Αυτό, της απόδοσης Λατρευτικής Υποταγής, προς αυτήν την δύναμη. Κατά συνέπεια, μπορούμε να ισχυριστούμε, ότι «Αθεϊστής», δεν είναι αυτός που απλώς απορρίπτει ως αβάσιμη, την ιδέα ύπαρξης, νοήμονος Θεού, λόγο έλλειψης επιστημονικών αποδείξεων περί τούτου, αλλά αυτός που θα επιμείνει, να αρνείται ολοκληρωτικά, την «Υποχρέωση Λατρείας και Υποταγής», ακόμη κι αν αποδέχεται το ενδεχόμενο ύπαρξης του, ακόμη και κάτω απ’ το βάρος, μιας αδιαμφισβήτητης «απόδειξης ύπαρξης». Διότι σε μια τέτοια περίπτωση, πιθανολογούμε, πως μια απόδειξη ύπαρξης, θα οδηγούσε αναμφίβολα, πολλούς καθ’ ομολογία «Άθεους», να γίνουν απ’ τους πιο ένθερμους υποτακτικούς, του υποτιθέμενου Αφέντη-Θεού.

 Άρα λοιπόν, το Θεμελιώδες θρησκευτικό ζήτημα, που πρέπει να απαντηθεί, δεν είναι τόσο, το «αν υπάρχει ή όχι, Θεός», αλλά «αν το ενδεχόμενο, της ύπαρξης του, γεννά αυτομάτως και αυτοδικαίως, την ανθρώπινη Υποχρέωση, Λατρείας και Υποταγής». Με άλλα λόγια, δεν αρκεί ν’ ανακαλύψουμε απλώς, «Αν Υπάρχει Θεός», αλλά να αποφασίσουμε, ποια είναι η δική μας υποχρέωση, απέναντι στο ενδεχόμενο, μιας τέτοιας ανακάλυψης.

 Αυτό το ζήτημα, εγείρει μια σειρά, από άλλα σημαντικά ερωτήματα. Ποιο είναι, το αληθινό, «Ηθικό Διακύβευμα», της υπόθεσης του Θεού; Όλο αυτό, το σύστημα Εξουσίας, που δομείται γύρω από την ιδέα του Θεού, διαθέτει πράγματι την ανωτερότητα του «Θεϊκού», ή μήπως προσομοιάζει περισσότερο, με την ευτέλεια των ανθρωποποίητων συστημάτων; Γιατί ο υποτιθέμενος, παντοδύναμος και πάνσοφος Θεός, να αξιώνει διακαώς, την λατρεία και την υποταγή, των ανθρώπων; Τι εξυπηρετεί πραγματικά, αυτή η «Θεϊκή επιθυμία»; Τι είδους Θεός είναι στ’ αλήθεια, αυτός που επιζητά την δουλική υποταγή των ανθρώπων, με υποσχέσεις ανταμοιβής, ή με απειλές τιμωρίας, για την άρνηση υποταγής; Και το βασικότερο, τι είδους Θεό, είναι διατεθειμένοι να λατρεύουν και να υπηρετούν με υποτέλεια οι άνθρωποι, προκειμένου να ευελπιστούν στην ευμένεια του; Επίσης, πως επηρεάζει τον άνθρωπο και τις «κοινωνίες» του, αυτή η θρησκευτική υποτέλεια; Είναι αυτή η υποτέλεια, ο μονόδρομος, για την πνευματική ανέλιξη των ανθρώπων και την επίτευξη καλύτερων κοινωνιών; Είναι αυτή η υποτέλεια συμβατή, με την ιδέα, της ανθρώπινης Ελευθερίας και Αξιοπρέπειας;

Κι ενώ, για καθαυτό το ζήτημα, της ύπαρξης, ή της ανυπαρξίας του Θεού, ίσως να καταλήγουμε πάντοτε, σε λογικό αδιέξοδο, τα παράγωγα ζητήματα που τέθηκαν, μπορούν να απαντηθούν επαρκώς, με λογικούς συλλογισμούς και με ιστορικές αποδείξεις. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν, να απαντάμε με ειλικρίνεια, στα καίρια ζητήματα που τέθηκαν, παίρνοντας χάριν της κουβέντας, ως δεδομένη την παραδοχή, περί «Ύπαρξης του Θεού», έτσι ακριβώς, όπως μας τον περιγράφουν οι θρησκείες…

Γιατί λοιπόν, ο υποτιθέμενος Θεός, να αξιώνει διακαώς, την λατρευτική υποταγή των ανθρώπων; Τι εξυπηρετεί πραγματικά, αυτή η «Θεϊκή επιθυμία»; Τι είδους Θεός είναι αυτός, που απαιτεί να τον δοξάζουν και να προσκυνούν; Τι είδους Θεός είναι αυτός που προσφέρει στους ανθρώπους ανταμοιβές για την λατρευτική υποταγή τους και τιμωρίες για την άρνηση υποταγής; Αυτή είναι, μια ενιαία ομάδα ερωτημάτων, που ασχολούνται μ’ ένα σημαντικότατο αντικείμενο: την Ποιότητα, της Προσωπικότητας, του υποτιθέμενου Θεού.

Ο Θεός των θρησκευτικών θεσμών, φαίνεται πως δημιούργησε τον κόσμο και τα νοήμονα όντα μέσα σ’ αυτόν, επειδή ένιωθε την επιθυμία, να δέχεται από κάπου τον θαυμασμό, τον έπαινο, την κολακεία, την λατρεία, την δόξα, τις υποκλίσεις και την υποτέλεια στην εξουσία του. Είχε ανάγκη από έναν καθρέφτη, για να του υπενθυμίζει συνεχώς, πόσο μοναδικός, υπέροχος, μεγαλοπρεπής και καλοσυνάτος είναι. Κι έτσι γεννήθηκε το σύμπαν, προκειμένου να ικανοποιήσει την ναρκισσιστική ανάγκη του δημιουργού του. Απ' την αρχή της ανθρώπινης ιστορίας, η ιδέα της μεγαλοπρεπούς εξουσίας του Θεού, επιβλήθηκε στους ανθρώπους με κάθε πιθανό τρόπο, κυρίως όμως με φωτιά, με τσεκούρι και με εκβιασμούς.[1] Το κύριο εργαλείο, για την ολοκληρωτική υποταγή των ανθρώπων, στην εξουσία και την λατρεία του, είναι ο φόβος[2] που πρέπει να νιώθουν για αυτόν, όπως ακριβώς, εξέφρασε ο Νικολό Μακιαβέλλι, τον κανόνα για τους ηγεμόνες, πως «προκειμένου να άρχεις, είναι προτιμότερο να σε φοβούνται, παρά να σε αγαπούν». Βλέπουμε στις Θεϊκές περιγραφές των θρησκειών, πως ένα απ’ τα βασικότερα χαρακτηριστικά, της λίστας των Θεϊκών «αρετών», είναι η ασυγκράτητη εξουσιομανία του. Ο Θεός των Θρησκειών, αναζητά διακαώς, δούλους για να τον λατρεύουν. Ένας Θεός –όπως κι ένας άνθρωπος– που επιζητά, κι απαιτεί κατ’ αποκλειστικότητα, την λατρευτική υποταγή των άλλων, το κάνει γιατί θεωρεί τον εαυτό του, ανώτερο όλων και δικαιωματικό απαιτητή, της υποτέλειας τους. Αυτή η δουλοκτητική αξίωση, αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο, μιας υπεροπτικής, ματαιόδοξης και ιδιοτελούς προσωπικότητας.[3] Ενός εγωμανούς προσώπου, παντελώς απορροφημένου από τα ναρκισσιστικά καπρίτσια του.[4] Μιας αυταρχικής προσωπικότητας, που θέλει τους πάντες και τα πάντα, υποχείρια στην πυγμή της εξουσίας της.[5] Ενός μεγαλομανούς κηδεμόνα, που μας θέλει μονίμως μικρούς, σκυμμένους, ανήμπορους και καημένους, να τον δοξολογούμε, να τον προσκυνούμε, να τον ικετεύουμε, να τον υπακούμε και να εξαρτόμαστε αιωνίως από το θέλημα και την διάθεση του. Ενός δεσποτικού Αφέντη, που προβάλει ως καθολικά «Αθώος» και αξιώνει επιτακτικά, την προσήλωση των εκ προοιμίου, «Ένοχων», κι «αμαρτωλών» ανθρώπων, που τους θεωρεί ανάξιους της «καλοσύνης» του. Ενός υπερόπτη δημιουργού, που λέει πως έφτιαξε τα πάντα τέλεια, μα δεν ευθύνεται διόλου, για την κατάντια της δημιουργίας του, εφόσον την μοναδική ευθύνη, την φέρουν τα ίδια, τα δημιουργήματα του, που τον παράκουσαν. Ενός «αλάνθαστου» Θεού, που δεν αποδέχεται κανένα δικό του σφάλμα και φορτώνει τις ευθύνες της ατελούς δημιουργίας του[6], στα πλάσματα που δημιούργησε, προκειμένου να στοιχειοθετήσει την ενοχή τους. Ενός βίαιου Τιμωρού[7], που οργίζεται, με όποιον αμφισβητεί, τον λόγο, την εξουσία και την μοναδικότητα του. Αυτά τα παθολογικά χαρακτηριστικά, οδηγούν στην ζηλοτυπία, την ζηλοφθονία, το μίσος, την υστερία και την εκδικητικότητα, ενώ συνοδεύονται κι από σαδιστικές ενέργειες, ενάντια σε κάθε τι που αποκλίνει, απ’ την απόλυτη, θρησκευτική προσκόλληση.[8]

 Αυτές οι προβληματικές ιδιότητες, συνήθως πάνε όλες μαζί, πακέτο και συναντιούνται σε διαταραγμένες  και ψυχοπαθείς προσωπικότητες. Μήπως είναι υπερβολή, το να αποδώσουμε αυτές τις συμπλεγματικές ιδιότητες και τους παθολογικούς χαρακτηρισμούς, σ’ έναν Συμπαντικό Δημιουργό, που απλά θέλει να τον λατρεύουν, τα πλάσματα που δημιούργησε; Όχι, δεν είναι καθόλου υπερβολή. Απεναντίας, είναι η ολοκληρωτική αποκάλυψη, της εγωπαθούς φύσης και του χαμηλού, Ηθικού Αναστήματος, του Αφέντη-Θεού. Άλλωστε, ο ίδιος ο Αφέντης-Θεός, των μεγαλύτερων μονοθεϊστικών θρησκειών, ποτέ δεν αρνήθηκε αυτές τις τοξικές και σκοτεινές πτυχές, περιγράφοντας τον εαυτό του, μέσα στα ιερά κείμενα, που αποτελούν το θεμέλιο των θρησκευτικών δοξασιών.[9] Ο «πάνσοφος», Αφέντης-Θεός των θρησκειών, μοιάζει περισσότερο μ’ ένα κακομαθημένο, εγωπαθές νήπιο, που απαιτεί υστερικά, την αμέριστη προσοχή των πάντων, κι όταν του την αρνηθούν, πληγώνει και καταστρέφει τα πάντα γύρω του, με οργή.

 Που ακριβώς, βρίσκεται το Θεϊκό φως, μέσα σ’ αυτές τις σκοτεινές ιδιότητες; Που ακριβώς βρίσκεται, η πολυδιαφημισμένη Θεϊκή Σοφία, μέσα σε μια τέτοια, νοσηρή προσωπικότητα; Ταιριάζουν οι μοχθηρές πτυχές του, με την απόλυτη, άνευ όρων Αγάπη, που θεωρητικά αποτελεί την πεμπτουσία της Θεϊκής ύπαρξης; Όχι, γιατί αυτές οι ιδιότητες, ακυρώνουν αυτομάτως, και το φως, και την Σοφία και την συμπαντική Αγάπη. Έχουμε λοιπόν να κάνουμε, μ’ έναν ματαιόδοξο Θεό, που νοιάζεται πάνω απ’ όλα, για την δόξα του[10] και την αυτάρεσκη δικαίωση της εγωμανίας του, ακυρώνοντας πάραυτα, την πολυδιαφημισμένη «Καλοσύνη» του. Με έναν συμφεροντολόγο, υλιστή, κι εξουσιομανή Αφέντη, διαχωρισμένο απ' τους ανθρώπους, που παριστάνει τον καλό, τον ανιδιοτελή και φιλεύσπλαχνο, μα με κάθε του λόγο και αξίωση, διαψεύδει τις δήθεν αγνές προθέσεις του. Έχουμε να κάνουμε με έναν πολεμοχαρή, παράφρονα, κι αιμοβόρο Θεό, που θεσμοθέτησε ολόκληρο σύστημα θυσιών και τελετουργικών σφαγών, προκειμένου να ικανοποιηθεί, το δήθεν αίσθημα δικαιοσύνης του.[11] Φυσικά, το κόστος της Δήθεν «Θεικής δικαιοσύνης», το πληρώνουν Αποκλειστικά οι Αθώοι! Αυτή είναι, η αντίληψη του, περί δικαιοσύνης! Σύμφωνα με την «Θεϊκή αντίληψη», το μεγαλύτερο αμάρτημα του ανθρώπου, που πρέπει να τιμωρηθεί αδυσώπητα, είναι η αμφισβήτηση των εντολών και της εξουσίας του. Έχουμε να κάνουμε επίσης, μ’ έναν μαέστρο της συναισθηματικής χειραγώγησης, που φροντίζει να μας υπενθυμίζει συνεχώς, πόσο πολύ μας αγαπάει και πόσο ανάξιοι της καλοσύνης του είμαστε, ενώ επιμένει να ασχολείται με εμάς, που μας θεωρεί ανάξιους του ενδιαφέροντος του!

 Ο Τιμωρός-Θεός, των «ιερών Γραφών», που αποζητά όσο τίποτα, την αποκλειστική αφοσίωση και το αίμα, μοιάζει πραγματικά, μ’ έναν επικίνδυνο σχιζοφρενή, που διαστρέφει σκόπιμα, τις έννοιες των λέξεων, προκειμένου να ταιριάξουν, στην διαταραγμένη, ναρκισσιστική και μοχθηρή φύση του. Τόσο οι «αγαθές προθέσεις», όσο κι οι μεγαλόστομες υποσχέσεις, μιας τέτοιας προσωπικότητας, φαντάζουν εκ προοιμίου Ψευδείς, Άκυρες και Απατηλές. Ακόμη κι η «έντεχνη», θρησκευτική φρασεολογία, ακόμη κι οι «αθώες», θρησκευτικές παρομοιώσεις, ακόμη κι ο «ποιμαντικός ρόλος» του θεσμοθετημένου ιερατείου, φανερώνουν αδιάντροπα, μια σχέση εκμετάλλευσης, εφόσον τα ποίμνια αποτελούν εξ ορισμού, αντικείμενα εκμετάλλευσης των ποιμένων τους, ενώ στο τέλος καταλήγουν σφαγμένα προς βρώση![12] Η δήθεν «καλοσύνη» του «καλού ποιμένα», καμουφλάρει την εκμεταλλευτική του διάθεση, πως το υποτελές «ποίμνιο» των πιστών, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τους πραγματικούς ποιμένες και τα ποίμνια τους. Τι ακριβώς εξυπηρετεί λοιπόν, η θεσμοθέτηση ενός θρησκευτικού συστήματος, καταπιεστικής εξουσίας και λατρευτικής υποταγής, προς έναν νάρκισσο, ζηλιάρη, συμφεροντολόγο, τοξικό, εγωπαθή, κι αιμοβόρο Θεό; Πέρα απ’ την απόλυτη χειραγώγηση, προς όφελος του και τον έλεγχο των ανθρώπινων μαζών, προς εκμετάλλευση, δεν μπορούν να προβληθούν αξιόπιστα, άλλοι «φιλάνθρωποι» λόγοι. 

 Τελικά, δίχως το προπαγανδιστικό μακιγιάζ των θρησκειών, η αψεγάδιαστη, καλοσυνάτη και εξωραϊσμένη εικόνα του Θεού, δεν είναι τόσο τέλεια και καλοσυνάτη. Όμως το μόνο βέβαιο είναι, πως αυτές οι νοσηρές ιδιότητες, του Θεού των μεγάλων θρησκειών, δεν αποτρέπουν διόλου, την συντριπτική πλειονότητα των πιστών, απ’ την απόδοση λατρευτικής υποταγής, προς την ιδέα αυτού του Θεού. Αυτό, είναι ίσως το μεγαλύτερο παράδοξο, κι ακατανόητο, της θρησκευτικής πίστης. Όλα αυτά, τα τοξικά χαρακτηριστικά, που σε οποιονδήποτε άνθρωπο τα εκδήλωνε, θα φάνταζαν απεχθή, κι απαράδεκτα, στο πρόσωπο του Θεού, φαντάζουν για τον πιστό, ως απολύτως θελκτικές, κι αποδεκτές ιδιότητες. Αυτά ακριβώς που ο μέσος άνθρωπος, αποστρέφεται με αποτροπιασμό στον συνάνθρωπο του, αντικρίζοντας τα στις περιγραφές του Θεού, πέφτει στα γόνατα και τον προσκυνά συγκινημένος. Όσοι πιστοί, προσπαθούν να πείσουν τους άλλους, για «την υποχρέωση, να πιστέψουν σε κάποιον Αφέντη-Θεό», προτρέποντας τους, να παρακάμψουν την έπαρση, την αλαζονεία και τον διαχωρισμό, που συνοδεύουν το «εγώ» και λειτουργούν ως δήθεν εμπόδια αυτής της πίστης, στέφουν συνήθως την προσοχή, σ’ έναν Θεό, μ’ αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά: την Έπαρση, την Αλαζονεία και τον Διαχωρισμό των ανθρώπων, σε εκλεκτούς, κι απορριφθέντες.[13] Είναι σχεδόν αδιανόητο, αλλά οι πιστοί εμπιστεύονται και λατρεύουν με πάθος, έναν Θεό μ’ όλα εκείνα τα ψυχικά ελαττώματα, που οι ίδιοι προσπαθούν να ξορκίσουν στους εαυτούς τους. Παρατηρώντας κάποιος, τον θρησκευτικό Θεό και τους πιστούς του, αναρωτιέται «ποιος έφτιαξε ποιόν», κατ’ εικόνα και ομοίωση του. Διότι ολόκληρο το θρησκευτικό οικοδόμημα και οι διδασκαλίες του, μοιάζουν περισσότερο με ανθρωπογενή παθογένεια, παρά με πανάγαθο, Θεϊκό δημιούργημα.

Αυτό το αδιαμφισβήτητο γεγονός, απαντά και στο επόμενο ερώτημα, που τέθηκε: «τι είδους Θεό, είναι διατεθειμένοι να λατρεύουν οι άνθρωποι, προσπαθώντας να εξασφαλίσουν την ευμένεια του»; Η απάντηση, είναι απολύτως ξεκάθαρη! Για τον κόσμο των ανθρώπων, η ορθότητα του νόμου, εξαρτάται απ' την δύναμη του νομοθέτη. Ο μοναδικός τους κανόνας και γνώρισμα της ηθικής τους, είναι πως το σωστό και το δίκαιο, καθορίζεται απ’ όποιον έχει, την δύναμη να το επιβάλει. Διότι ως γνωστόν εις τους αιώνες, το καλό, το σωστό και το δίκαιο, είναι πάντοτε το δίκαιο του Ισχυρού. Αυτό είναι άλλωστε, το μοναδικό, «ηθικό διακύβευμα» των πιστών. Αν θέλεις να ‘χεις το δίκαιο με το μέρος σου, φρόντισε να ‘σαι πανίσχυρος και να το επιβάλεις με αδίστακτη πυγμή. Ή, αν θέλεις ν’ ακολουθείς το δίκαιο, ακολούθα πάντοτε τον πιο ισχυρό, κι αδίστακτο. Δεν έχει σημασία, αν το δίκαιο του ισχυρού είναι δυσλειτουργικό, αν παράγει παθογένειες, ή αν αφήνει δυστυχισμένους, όσους υπόκεινται σε αυτό. Σημασία έχει η δύναμη της επιβολής του. Οι άνθρωποι λοιπόν, διαθέτοντας ως μοναδικό κριτήριο ηθικής, την άσκηση Δύναμης, είναι διατεθειμένοι, να υποτάσσονται και ν’ αποδίδουν λατρεία, σε οποιοδήποτε είδους Θεού –ακόμη και κακόβουλου ή μοχθηρού– αρκεί να είναι πεπεισμένοι, πως ο Θεός τους, είναι φορέας ανυπέρβλητης ισχύος και να προσδοκούν κάποιο ατομικό όφελος, απ’ αυτήν την λατρεία τους. Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον ο Αφέντης-Θεός των θρησκειών, προβάλλεται στις μάζες ως το ισχυρότερο ον του σύμπαντος, οι πιστοί αποδέχονται, πως μόνο αυτός δικαιούται να καθορίσει και να επιβάλει, το δικό του δίκαιο, ακόμη κι αν το ηθικό του υπόβαθρο, είναι σαθρό και ποταπό εκ θεμελίων.

 Το φυσικό αποτέλεσμα, που προκύπτει απ’ αυτήν, την θρησκευτική νοοτροπία, είναι η παθητική αποδοχή και κάθε απολυταρχικής, ανθρώπινης εξουσίας, ασχέτως απ’ τα ποιοτικά χαρακτηριστικά και την ηθική της επάρκεια, αρκεί αυτή η εξουσία να διαθέτει τον απαιτούμενο αυταρχισμό, ώστε να επιβάλλει στις μάζες, το δικό της δίκαιο. Άλλωστε διαχρονικά, η πολιτική εξουσία, αποτελούσε την προέκταση της θρησκευτικής και η θρησκευτική εξουσία, το απαραίτητο δεκανίκι, της πολιτικής. Στην θρησκευτική «λογική», η ανθρώπινη Ανεξαρτησία θεωρείται κάτι απαράδεκτο. Έτσι λοιπόν, το εφαλτήριο Κάθε ανθρώπινης δουλείας και η ρίζα κάθε δουλοπρέπειας, είναι η ιδέα της μεταφυσικής δουλείας προς τον Αφέντη-Θεό.[14] Ο Αφέντης-Θεός λοιπόν, προβάλει ως μεταφυσικός ιδιοκτήτης των δημιουργημάτων του, ενώ οι Γήινοι ηγεμόνες κι αφέντες –ελέω Θεού– προβάλουν επί της φυσικής πραγματικότητας, ως νόμιμοι ιδιοκτήτες των ανθρώπων, κι ως διορισμένοι υπηρέτες του Θεού, που διαχειρίζονται τις ανθρώπινες μάζες για λογαριασμό του.[15] Μέσα σ’ αυτό το εξουσιαστικό πλέγμα, όσοι δούλοι επαναστατούν στους ανθρώπινους αφέντες τους, θεωρούνται κι ως επαναστάτες εναντίον της υπέρτατης εξουσίας του Θεού. Αν αυτό το θεσμοθετημένο σύμπλεγμα, φυσικής και μεταφυσικής εξουσίας, καθεστωτικής δουλείας και νόμιμης αγοραπωλησίας ανθρώπων, σας φαίνεται μια καλοκάγαθη, υπερβατική διευθέτηση, ενός καλοσυνάτου Θεού, καθώς και μια φυσιολογική αποστολή Ζωής του ανθρώπου, τότε συνεχίστε να κάνετε ό,τι κάνατε…

 Συνεχίζοντας να απαντούμε, στα ερωτήματα που τέθηκαν, οι απαντήσεις αρχίζουν πλέον να γίνονται οφθαλμοφανείς. Πως επηρεάζει τον άνθρωπο και τις «κοινωνίες» του, η θρησκευτική υποτέλεια; Είναι αυτή η υποτέλεια, μονόδρομος για την πνευματική ανέλιξη των ανθρώπων και για την επίτευξη καλύτερων κοινωνιών; Είναι μήπως συμβατή, με την ιδέα της ανθρώπινης Ελευθερίας και Αξιοπρέπειας;

 Σύμφωνα με τις θρησκείες, το ηθικό δικαίωμα, της «Γνώσεως του Καλού και του Κακού», ανήκει κατ’ αποκλειστικότητα στον Θεό.[16] Κάθε ανθρώπινη πράξη, οφείλει να ανταποκρίνεται στο πρωτόκολλο, της Θεϊκής και κατ’ επέκταση της κοσμικής εξουσίας. Ο Αφέντης-Θεός, είναι αυτός που καθορίζει το καλό και το κακό, όχι απαραίτητα επειδή η κρίση του, είναι ηθικά καλύτερη απ’ την δική μας, αλλά επειδή διαθέτει την ανυπέρβλητη δύναμη και την πυγμή, για να επιβάλει την δική του βούληση και το δικό του δίκαιο. Η προβολή αυτής της «αποκλειστικότητας», για τον Αφέντη-Θεό, καταργεί επί της ουσίας, το δήθεν «Θεϊκό δώρο της Ελεύθερης Βούλησης» στον άνθρωπο. Η δήθεν «Ελεύθερη βούληση», αντί για «Θεικό δώρο», αποτελεί μια Θεϊκή μπλόφα, σ’ ένα παιχνίδι εξ αρχής στημένο. Διότι δεν γίνεται να έχεις Ελεύθερη Βούληση, δίχως το δικαίωμα της γνώσης, του καλού και του κακού, εφόσον αυτά τα δυο είναι αλληλένδετα. Διότι, σε κάθε περίπτωση, το δικαίωμα της Ελεύθερης Βούλησης είναι άχρηστο, αν δεν δικαιούσαι να κρίνεις, το καλό και το κακό, το σωστό και το λάθος. Αν δεν δικαιούσαι να κρίνεις και να διακρίνεις, το σωστό και το λάθος, τότε δεν ακολουθείς την Ελεύθερη σου Βούληση, αλλά την Βούληση κάποιου άλλου, που κρίνει για λογαριασμό σου. Τελικά, το Θεϊκό πείραμα, της κατασκευής υπάκουων βιορομπότ, που διαθέτουν λειτουργία ελεύθερης βούλησης και εθελούσιας υποτέλειας, Απέτυχε! Μα αντί ο «πάνσοφος» κατασκευαστής να κατηγορήσει τον εαυτό του, για το κατασκευαστικό του λάθος, κατηγόρησε τα ίδια τα βιορομπότ, για την λειτουργική τους αστοχία, φορτώνοντας πάνω τους, κάθε ευθύνη και ενοχή που του αναλογούσε.

 Όμως το εμφυτευμένο λογισμικό, εξακολουθεί να λειτουργεί –αν και ατελώς– σύμφωνα με τις εργοστασιακές ρυθμίσεις, μέσα στ' ανθρώπινα βιορομπότ. Η εθελούσια, λατρευτική υποταγή των υπάκουων βιορομπότ, προς έναν Αφέντη-Θεό, απλά και μόνο επειδή αποδέχονται πως υπάρχει και πως του ανήκουν, δημιουργεί τις προϋποθέσεις ύπαρξης, ανθρώπων άβουλων, πειθήνιων, υποτελών, «ακρωτηριασμένων» ψυχικά-συναισθηματικά και πνευματικά, δίχως καμία κριτική σκέψη και δίχως καμιά ικανότητα ηθικής διάκρισης, πέρα απ’ τον λόγο του Αφέντη και τις ερμηνείες των επίγειων ιερατείων του. Είναι απολύτως αναμενόμενο λοιπόν, για τις δυσλειτουργικές «κοινωνίες» τους, να αποκτούν αυτά ακριβώς, τα προβληματικά χαρακτηριστικά. Η θρησκευτική πίστη, όχι μόνο δεν αποτελεί μονόδρομο, για την ψυχική και πνευματική ανέλιξη των ανθρώπων και των «κοινωνιών» τους, αλλά απεναντίας, αποτελεί ένα μέσο επιβολής του σκοταδισμού και καυτηριασμού της πνευματικότητας, ένα τροχοπέδη της ανθρώπινης προόδου. Το γεγονός αυτό εξάλλου, είναι αποδεδειγμένο ιστορικά, μέσα απ’ τους αιώνες την θρησκευτικής ποδηγέτησης, στις ανθρώπινες κοινωνίες. Η ανθρώπινη ιστορία, δομημένη σχεδόν εξ ολοκλήρου πάνω στην ιδέα του Αφέντη-Θεού, είναι πλήρης από κατακερματισμό, από κοινωνική ανισότητα, από καταπίεση, από βάναυση εκμετάλλευση, από χυδαίες αδικίες, από φθόνο, από μίσος, κι από ανείπωτες φρικαλεότητες, που ‘γιναν εν ονόματι των «Θεών Αγάπης». Μια τέτοια νοσηρή πίστη, που οδηγεί στην θρησκευτική υποτέλεια, εξαλείφει κάθε ψήγμα ανθρώπινης Ελευθερίας. Επιπλέον, όσον αφορά την ανθρώπινη Αξιοπρέπεια, μια απλή ματιά να ρίξει κάποιος, σε χώρους λατρείας, όπου οι πιστοί συρρέουν κατά χιλιάδες, προκειμένου να συρθούν γονατιστοί, ή έρποντας, να δωροδοκήσουν για Θεϊκή εύνοια, ή να ικετεύσουν γι’ αυτήν σαν επαίτες, να προσκυνήσουν «θαυματουργά» είδωλα και άψυχα κουφάρια Αγίων, προκειμένου να τους ελεήσει η «θεία χάρη», αρκεί για να βεβαιωθεί, για την κονιορτοποίηση κάθε αξιοπρέπειας. Η θρησκευτική πίστη στον Θεό, έχει την απαράμιλλή ικανότητα, να μεταμορφώνει τον ελεύθερο άνθρωπο, σε ανάξιο δούλο[17], σε μίζερο ζητιάνο της «θείας εύνοιας» και σε θλιβερό θύμα, των εμπόρων ελπίδας. Κι ενώ οι απολογητές της Θεϊκής εξουσίας, προσπαθούν να πείσουν τους άλλους, πως το συμφέρον του ανθρώπου είναι, να υποταχθεί στο Αφέντη-Θεό, αδυνατούν να απαντήσουν, ποιο ακριβώς είναι το συμφέρον του Αφέντη, που αποζητά διακαώς, την εξαθλιωτική υποτέλεια μας, θεωρώντας αφελώς, πως ο Αφέντης δεν έχει κανένα συμφέρον απ’ αυτό.

 Άρα λοιπόν, φτάνουμε επιτέλους στο σημείο, όπου πρέπει να απαντηθεί το θεμελιώδες θρησκευτικό ζήτημα: «η ενδεχόμενη ύπαρξη ενός Θεού, θέτει στους ανθρώπους, αυτομάτως και αυτοδικαίως, την υποχρέωση της λατρευτικής υποταγής σ’ αυτόν»; Η Ελεύθερη Βούληση του ανθρώπου, που υποτίθεται πως αποτελεί «Θείο δώρο», ακυρώνει εξάπαντος την λατρευτική υποχρέωση, προς έναν Νάρκισσο, κι Εξουσιομανή Θεό. Διότι, δεν γίνεται να σου δίνει κάποιος, το δώρο της Ελεύθερης Βούλησης, αλλά να σε καταδικάζει και να σε τιμωρεί, επειδή το χρησιμοποιείς. Ένας καλός και άξιος Θεός, δεν θα εκβίαζε σε καμία περίπτωση, την αφοσίωση των ανθρώπων, με δέλεαρ την εύνοια του. Δεν θα προσέφερε ποτέ σε κανέναν, πακέτα ανταμοιβών, ή τιμωρίας, ως κίνητρα λατρευτικής υποταγής. Ένας υποτιθέμενος Θεός, πραγματικής αγάπης, σοφίας και ανώτερης πνευματικότητας, δεν θα διαχώριζε ποτέ τα επίγεια παιδιά του, σε εκλεκτά και μη εκλεκτά, αναλόγως με το ποια υποκύπτουν και ποια όχι, στα ναρκισσιστικά καπρίτσια του. Ένας καλοκάγαθος Θεός, δεν θα προκαλούσε ποτέ το μίσος, την αντιπάθεια και τον πόλεμο μεταξύ των επίγειων παιδιών του. Δεν θα απαιτούσε ποτέ, την λατρευτική υποτέλεια των ανθρώπων και ποτέ δεν θα τους αποκαλούσε «ανάξιους δούλους του». Δεν θα απαιτούσε σε καμιά περίπτωση, να τον λατρεύουν και να τον ικετεύουν γονατιστοί, προκειμένου να τους ελεήσει. Απεναντίας, ένας Θεός που επιζητά ηδονικά, τις δοξολογίες, τους θρήνους και τις ικεσίες των πιστών του, απαιτώντας συνάμα την δουλοπρέπεια τους, ούτε καλός είναι, ούτε άξιος τιμής, ούτε άξιος εμπιστοσύνης, ούτε αξίζει την λατρευτική προσκόλληση των ανθρώπων.

 Αν όντως υπάρχει, ο πανάγαθος Θεός που διατείνονται οι πιστοί του, τότε σίγουρα θα είχε απορρίψει εξ αρχής και δια παντός, αυτές τις πρακτικές, μαζί με τα εξουσιομανή, θρησκευτικά ιερατεία, που επιβάλλουν το μίσος, τον σκοταδισμό, τον διαχωρισμό, την περιχαράκωση και την «πνευματική αλαζονεία», εξ ονόματος του. Αν λοιπόν, υπάρχει στ’ αλήθεια ένας ανώτερος Θεός, πραγματικής Αγάπης και στοργικής καλοσύνης, που δεν επιζητά και δεν εξαρτάται απ’ την λατρεία των ανθρώπων, τότε γιατί οι άνθρωποι εξακολουθούν να παραμένουν προσκολλημένοι, σε τελετουργίες υποτέλειας; Γιατί εξακολουθούν, να γίνονται θλιβερά υποχείρια, της εξουσίας των θρησκευτικών ιερατείων, που δεν εκφράζουν τον αληθινό Θεό; Αν απ’ την άλλη, υπάρχει στ’ αλήθεια ένας εγωπαθής Θεός παράνοιας, με τοξική φύση, με διαταραγμένη προσωπικότητα και μ’ απεχθή χαρακτηριστικά, που ακυρώνουν τις δήθεν φωτεινές του ιδιότητες, τότε γιατί οι άνθρωποι προσποιούνται πως δεν τα βλέπουν, κι εξακολουθούν και πάλι, να παραμένουν προσκολλημένοι στην λατρεία του; Τι καλό περιμένουν, από αυτόν, τον νοσηρό Θεό και γιατί επιμένουν να τον εμπιστεύονται, πιστεύοντας στις «αγνές» του προθέσεις;

 Εδώ ακριβώς, ολοκληρώνεται η αληθινή ουσία, του «Θεϊκού ζητήματος». Όπως είδαμε, σύμφωνα με τα θρησκευτικά αφηγήματα, οι αντιφάσεις της «Θεϊκής φύσης», είναι πάρα πολλές και κραυγαλέες, για να τις αγνοήσουμε. Ακόμη κι αν υπάρχει στ’ αλήθεια, ο Θεός που περιγράφουν οι θρησκείες, το βέβαιο είναι πως το ηθικό του υπόβαθρο, είναι εντελώς ανύπαρκτο. Η εγωιστική ύπαρξη, ενός τέτοιου Θεού και το ζήτημα της καθολικής εξουσίας του, αφορά κυρίως τον ίδιο. Αν η υπόσταση του, εξαρτάται τόσο πολύ, απ’ την δική μας προσοχή, την προσκόλληση και την υποτέλεια μας σε αυτόν, τότε η υποτιθέμενη του ύπαρξη, αποτελεί περισσότερο δικό του πρόβλημα, παρά δικό μας. Όμως, το πώς εκλαμβάνει ο καθένας, το ζήτημα της ύπαρξης, ή της ανυπαρξίας του Θεού, καθώς και των υποχρεώσεων που απορρέουν απ’ αυτήν, είναι καθαρά προσωπικό ζήτημα. Όποιος ενδιαφέρεται ν’ ανακαλύψει, αν όντως υπάρχει ή δεν υπάρχει Θεός, είναι κάτι που αφορά τον ίδιον και του ευχόμαστε καλή τύχη, στην αναζήτηση του. Είναι όμως απαράδεκτο, αυτή η αναζήτηση, να αποτελεί μονίμως, πεδίο συλλογικής εχθρότητας, αντιπαράθεσης, διαχωρισμού και προκατάληψης, μέσα στις ανθρώπινες «κοινωνίες». Πολλώ δε μάλλον, είναι απαράδεκτο, να αποτελεί πεδίο, χυδαίας εκμετάλλευσης, από τους δήθεν «Θεϊκούς αντιπροσώπους» και «εμπόρους ελπίδας», που θέλουν να ελέγχουν τις ζωές και τα πορτοφόλια των ανθρώπων. Σε τελική ανάλυση, το πώς αντιμετωπίζει κάποιος, το ενδεχόμενο της ύπαρξης του Θεού, λέει πολλά. Όχι τόσο για τον υποτιθέμενο Θεό, όσο για τον ίδιο τον αναζητητή του.



Παραπομπές

[1] Έξοδος 22: 20, 23: 24, Αριθμοί 21: 34-35, 31: 6-18, 33: 50-53, Δευτερονόμιον, 7: 1-6, 13: 6-9, 17: 2-5, Α’ Σαμουήλ 15: 2-3,18, Ιησούς του Ναυή, 10: 28-42, Ησαΐας 60: 12, Μιχαίας, 5: 14-15, Κριτές, 12: 5-6, Β’ Βασιλέων 11: 17-18, Ιεζεκιήλ 9: 5-8, Ωσηέ 13: 16, Ιερεμίας 19: 11-13

  [2] Δευτερονόμιον 2: 25, 6: 13, Ψαλμοί 103:11,13, Προς Φιλιππησίους  2:12, Έξοδος 20: 20, 22: 20, Β’ Βασιλέων 17: 25

[3] Αγγαίος 2: 8, Ιησούς του Ναυή 6: 19, Έξοδος 22: 29-30, Μαλαχίας, 3: 9-10

[4] Ψαλμοί 103:19, Προς Ρωμαίους 11: 36, Σοφονίας, 2: 10-13

[5] Κατά Ματθαίον 12: 30, Κατά Λουκά 19: 27, Ωσηέ 7: 13, Προς Κορινθίους Α’ 16: 22

[6] Ησαΐας 45: 7

[7] Κριτές 2: 13-14, Μιχαίας, 5: 14-15, Ιερεμίας, 16: 1-13, Κατά Ματθαίον 10: 14-15, Κατά Ιωάννη 3: 36

[8] Δευτερονόμιον 4: 24, 5: 9-10, 6: 14-15, 28: 15-68, Μιχαίας, 5: 14-15, Κριτές 2: 13-14, Ωσηέ 7: 13, Α' Σαμουήλ 15: 2-3, Έξοδος 20: 5, 34: 14, 

[9] Δευτερονόμιον 5: 9-10, 6: 15, Έξοδος 34: 14, Μιχαίας 5: 14-15, Αριθμοί 25: 10-11

[10] Ησαΐας 42: 8, Προς Ρωμαίους 11: 36, Α’ Κορινθίους 10: 3, Ματθαίος 5: 16

[11] Ολόκληρο το βιβλίο «Λευιτικόν» της «Αγίας Γραφής», αποτελεί ένα εγχειρίδιο θυσιών και τελετουργικών σφαγών. Κριτές 6: 24-25

[12] Κατά Ιωάννη 10: 1-5, 11-16, 21: 15-17,

[13] Έξοδος 11: 5-7, 19: 5-6, Α Πέτρου 2: 9-10, Κατά Ματθαίον 13:36-42, 25: 31-33, Λευιτικόν 22: 25, Έσδρας 9: 1-2

[14] Έξοδος 21:2-11, Α’ Κορινθίους 7: 20-21, Προς Εφεσίους 6: 5-8, Α’ Τιμόθεον 6: 1-2, Προς Τίτον, 2: 9-10, Προς Κολοσσαείς 3:22-24, Α’ Πέτρου 2:18-20, Φιλιππησίους 2:7, Ησαΐας 60: 12, Δευτερονόμιον 20:10-17

[15] Προς Ρωμαίους 13: 1-7, Λευιτικόν, 25: 39-46

[16] Γένεσις 2:16-17, Ιερεμίας 10:23

[17] Κατά Λουκά 17:10