Ο
όρος «Επανάσταση» έχει πάρει διάφορες εκδοχές,
όπως οι περισσότερες λέξεις που αναφέρονται σε αφηρημένες ιδέες. Οι επαναστάσεις
αποτελούν συνήθως το προϊόν της μακρόχρονης καταπίεσης, της αλαζονικής
διαφθοράς και της τυραννικής διακυβέρνησης των εξουσιαστικών θεσμών, επί των
ατόμων που βρίσκονται υπό την εξουσία τους.
Μια
από τις πιο συνήθεις εκδοχές της λέξης «Επανάσταση», είναι η ταύτιση της με μια
μορφή κοινωνικού πολέμου, δηλαδή με ένοπλες συνήθως και μαζικές εξεγέρσεις
πληθυσμών, εναντίων των καθεστώτων στα οποία υπόκεινται. Στις λαϊκές
επαναστάσεις εμπλέκονται δύο αντίρροπες δυνάμεις. Από την μία, η καθεστηκυία
τάξη με τους υποστηριχτές της, που επιδιώκει την διατήρηση της επικρατούσας
τάξης πραγμάτων, αποθαρρύνοντας και πολεμώντας οποιαδήποτε προσπάθεια κοινωνικής
αλλαγής. Από την άλλη, η δύναμη των επαναστατημένων, που μέσω εξέγερσης επιδιώκει
την κοινωνική αλλαγή και την εγκαθίδρυση μιας νέας τάξης πραγμάτων. Οι
επαναστατικές ιδεολογίες εστιάζουν κυρίως στις ταξικές διαφορές των ανθρώπων,
οι οποίες αποτελούν τις αιτίες αντιπαράθεσης και σύγκρουσης. Εν τέλει το
αφήγημα επιτάσσει πάντα, πως κάποιοι πρέπει να επιβληθούν στους υπόλοιπους. Στο
τέλος κάθε βίαιης επανάστασης, 2 είναι τα πιθανά ενδεχόμενα: Είτε θα
επικρατήσουν με την βία οι δυνάμεις του κατεστημένου και θα συνεχίσουν την
άσκηση της τυραννικής εξουσίας τους, είτε θα επικρατήσουν οι δυνάμεις των
επαναστατών, εκτοπίζοντας από την εξουσία τα πρόσωπα που ενσαρκώνουν τους καταπιεστικούς
θεσμούς και εγκαθιδρύοντας ένα νέο καθεστώς, με νέα πρόσωπα και ανακαινισμένο ιδεολογικό
και θεσμικό υπόβαθρο.
Σε
κάθε περίπτωση, οι επιτυχημένες επαναστάσεις αυτού του είδους, αντικαθιστούν το
παλαιό κατεστημένο με ένα νέο κατεστημένο, που φέρει τον άνεμο της
απελευθέρωσης. Βέβαια οι έννοιες Ελευθερία και Κατεστημένο είναι επί της ουσίας
ασύμβατες, φτάνοντας μάλιστα κάποια στιγμή στο σημείο της ολικής ρήξης, εφόσον
κάθε ιδεολόγημα που μεταλλάσσεται σε κατεστημένο, έχει την τάση να εγκλωβίζει τις
συνειδήσεις και να καταπιέζει την ελευθερία των υποκειμένων της. Κάθε
κατεστημένο δομείται επάνω σε ανομοιογενείς κοινωνίες που χαρακτηρίζονται από
ατομικές ανισότητες. Άλλος είναι πιο ευφυής, άλλος πιο έξυπνος, άλλος πιο
ρωμαλέος, άλλος πιο όμορφος, άλλος πιο ικανός να κάνει συγκεκριμένα πράγματα,
άλλος πιο πολυσχιδής κλπ. Δίπλα στις φυσικές ανισότητες των ατόμων έρχονται να
προστεθούν και οι κοινωνικές ανισότητες, καθώς την ίδια στιγμή που κάποιος
εκπροσωπεί τον εαυτό του και τα συμφέροντα του, κάποιος άλλος εκπροσωπεί πολυπληθείς
ομάδες ατόμων και συμφερόντων. Έτσι σταδιακά το νέο κατεστημένο θεσμοθετεί και
διευρύνει αυτές τις κοινωνικές ανισότητες και σε βάθος χρόνου έχει την τάση να
γίνεται καταπιεστικό, καθώς προασπίζει τα μεγάλα προνόμια λίγων εις βάρους των
πολλών και των αδύναμων. Η ιστορία είναι γεμάτη από παραδείγματα επαναστάσεων
που ανέτρεψαν τις υφιστάμενες εξουσίες τυραννικών καθεστώτων, εγκαθιδρύοντας
νέες δομές εξουσίας, όμως στην πορεία μετεξελίχθηκαν σε εξίσου τυραννικά
καθεστώτα με αυτά που αντικατέστησαν. Εξέχων παράδειγμα αυτού η επανάσταση των
Μπολσεβίκων.
Αυτό
είναι λίγο-πολύ αναμενόμενο, καθώς με κάθε φαινομενική αλλαγή, ο επαναστατικός
ενθουσιασμός των ατόμων καταλαγιάζει και τελικά η διασφάλιση του βιοπορισμού,
των ανέσεων, της σταθερότητας και της επίτευξης των στόχων, αποκτούν μεγαλύτερη
σημαντικότητα από την διασφάλιση της Ελευθερίας. Επίσης αυτή η ανομοιογένεια
που χαρακτηρίζει τις ανθρώπινες κοινωνίες, είναι ο βασικότερος λόγος, για τον
οποίο οι επαναστάσεις καταλήγουν μοιραία στο ξεπούλημα. Οι άνθρωποι της βάσης,
που διαθέτουν το επίκτητο σύνδρομο της κατωτερότητας και αποτελούν την πλειοψηφία,
αρκούνται στο να παραμένουν παραγκωνισμένοι οπαδοί, μικροί και πνευματικά
υποδεέστεροι σε σχέση με τους εκλεκτούς, πράγμα που τους οδηγεί αναπόφευκτα στην υποτέλεια. Στην πλειονότητα τους δεν έχουν ούτε
την κατάρτιση, μα ούτε και την διάθεση να ασχοληθούν με την φιλοσοφική και
πρακτική κατανόηση των ιδεών που οδήγησαν στην επανάσταση, αλλά απορροφημένοι
καθώς είναι από τις βιοποριστικές μέριμνες, αρκούνται σε εύπεπτα συνθήματα, τα
οποία εν καιρώ καταλήγουν ένας μακρινός απόηχος…
Υπάρχει
όμως και μια διαφορετικής μορφής επανάσταση, με αέναη διάρκεια. Αυτή η
επανάσταση δεν βασίζεται στην αποδοχή ή στην μαζική συμμετοχή του κοινωνικού
περίγυρου. Είναι η προσωπική επανάσταση του ατόμου, που ξεκινάει αυθόρμητα στην
συνείδηση και δεν έχει να κάνει τόσο με τις υλικές συνθήκες, όσο με την διαρκή
αμφισβήτηση απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας, εφόσον κάθε μορφή εξουσίας τείνει να καταπιέζει και να αφαιρεί την ελευθερία από τα υποκείμενα
της. Είναι μια επανάσταση που στοχεύει μεν στην εκβαράθρωση των τυραννικών καθεστώτων,
έχοντας όμως την βαθιά επίγνωση πως οτιδήποτε μετεξελίσσεται σε κατεστημένο,
έχει την τάση να γίνεται καταπιεστικό και ανελεύθερο. Ως εκ τούτου ο μοναχικός
επαναστάτης αρνείται να ενταχθεί σε δόγματα που διεκδικούν την εξουσία και το
αλάθητο. Παραμένει συνεχώς σε επαναστατική εγρήγορση, γνωρίζοντας ότι πολύ
σύντομα θα χρειαστεί να ξανασηκώσει τα μανίκια του, απέναντι στο νέο
κατεστημένο που εγκαθιδρύθηκε με την αρωγή του όχλου, μετά βαΐων και κλάδων.
Ο
μοναχικός επαναστάτης είναι συμβεβλημένος μονάχα με την συνείδηση του και δεν έχει
την πολυτέλεια να προσδοκά στην διάχυση της ατομικής του ευθύνης στον όχλο.
Έτσι μοιραία πολλές φορές, επιλέγει έναν δρόμο εντελώς μοναχικό, δίχως να περιμένει
την αποδοχή ή την συμμετοχή κανενός άλλου. Είναι όμως αποφασισμένος να βαδίζει
στον μοναχικό του δρόμο μέχρι τέλους, έχοντας πάντοτε ως οδηγό το πνεύμα και την
συνείδηση του. Γνωρίζει ότι ίσως να μην συναντήσει κανέναν συνοδοιπόρο στο
δύσβατο μονοπάτι της Ελευθερίας και πως η ευθύνη αλλά και οι συνέπειες της επαναστατικής
του πορείας, θα βαρύνουν αποκλειστικά τον ίδιον.
Η βασική διαφορά αυτών των δυο επαναστατικών εκδοχών, είναι οι στόχοι
και τα μέσα που χρησιμοποιούν. Οι μαζικές εξεγέρσεις πληθυσμών έχουν ως στόχο
την ανατροπή των εξουσιαστών και την αντικατάσταση τους από άλλους εξουσιαστές.
Αυτού του είδους οι εξεγέρσεις δεν αμφισβητούν την ίδια την εξουσία, αλλά μόνο τους διαχειριστές της. Το οπτικό τους πεδίο περιορίζεται στις
υλικές συνθήκες και ο βασικός τους στόχος είναι οι ανακατανομή των προνομίων.
Το βασικό μέσο αντιπαράθεσης των εξεγερθέντων είναι η ένοπλη βία, μέσω της
οποίας φιλοδοξούν να ανατρέψουν το παλαιό καθεστώς και να επιβάλουν ένα νέο.
Κατά κανόνα, αυτού του είδους οι ανατροπές, οδηγούν αργά η γρήγορα σε νέες μορφές
καταπίεσης. Από την άλλη μεριά, οι μοναχικοί επαναστάτες, αμφισβητούν ως επί το
πλείστον το ίδιο το σύστημα εξουσίας εκτός από τους διαχειριστές του. Δεν εστιάζουν τόσο σε πρόσωπα όσο στην ίδια την φύση της εξουσίας, που ανεξάρτητα από το ιδεολογικό της πρόσημο και τα εφήμερα πρόσωπα, σχεδόν αναπόφευκτα καταλήγει καταπιεστική. Το οπτικό τους
πεδίο δεν περιορίζεται στις υλικές συνθήκες ή στην ανακατανομή των προνομίων,
αλλά στοχεύουν στην αναμόρφωση των ανθρώπινων συνειδήσεων που δημιουργούν την
συλλογική πραγματικότητα. Αν και δεν απορρίπτουν δογματικά την βίαιη αντιπαράθεση που υπό ορισμένες συνθήκες είναι αναπόφευκτη, γνωρίζουν ότι μια τέτοια συνειδησιακή αναμόρφωση δεν επιτυγχάνεται με βίαια μέσα, οπότε δεν εστιάζουν στην βία ως το κύριο μέσο της επαναστατικής δράσης. Όσο οι συνειδήσεις παραμένουν στην ίδια υποτελή κατάσταση, η βία θα ανακυκλώνει απλώς την υποτέλεια. Επομένως, εστιάζουν κυρίως στην αφύπνιση των συνειδήσεων μέσω του λόγου, της διαλεκτικής, της φιλοσοφικής προσέγγισης και της ενσυναίσθησης..
Καθώς αναλογιζόμαστε τις αντιθέσεις αυτών των επαναστατικών εκδοχών, αντιλαμβανόμαστε τελικά πως η σπουδαιότερη και πιο ουσιαστική επανάσταση που θα μπορούσε να συντελεστεί, είναι η αναγέννηση των συνειδήσεων, η καλλιέργεια του νου και του πνεύματος των ατόμων, όλες δηλαδή οι γενεσιουργές αιτίες των δράσεων τους. Αυτή η αλλαγή αποτυπώνεται διαχρονικά στην στάση της ζωής τους, ανεξάρτητα από τις επικρατούσες συνθήκες, ή απ’ την κοινωνική αποδοχή και οδηγεί σε μια πραγματική μεταμόρφωση του ατόμου. Μόνο ένα σύνολο από μεταμορφωμένες συνειδήσεις, αποτελεί ένα γόνιμο πεδίο ουσιαστικού μετασχηματισμού ολόκληρης της κοινωνίας και των υλικών συνθηκών της.
Το ερώτημα που γεννάται είναι: Πόσο ρεαλιστική ή ρομαντική, είναι η ιδέα της ατομικής επανάστασης; Μπορεί κάποιος να αντιταχθεί μόνος του στα καταπιεστικά καθεστώτα που παραβιάζουν την Ελευθερία και την Αξιοπρέπεια του ατόμου; Η μονολεκτική απάντηση είναι, Ναι, μπορεί να το κάνει! Όχι μόνο μπορεί, αλλά έχει χρέος προς την συνείδηση του να το κάνει, ακόμη και αν κανείς άλλος τριγύρω του δεν φαίνεται πρόθυμος ή ικανός να το κάνει.
Εξετάζοντας
την ουσία της φυσικής μας υπόστασης, οι περισσότεροι θα συμφωνούσαν τουλάχιστον
σε λεκτικό επίπεδο, πως κανείς δεν ενσαρκώθηκε στον υλικό κόσμο για να
αποτελεί ιδιοκτησία ή υποχείριο κανενός. Άρα δεν έχει σημασία απλώς να επιβιώνεις ως ένα άβουλο υποχείριο, αλλά να παραμένεις άνθρωπος με όλη την σημασία της ελεύθερης φύσης σου. Όμως για κάποιους λόγους οι άνθρωποι πείθονται να μπουν κάτω απ’ τον ζυγό της εξουσίας και καταλήγουν να αποδέχονται ως φυσική νομοτέλεια την υποτέλεια τους, είτε σε μεμονωμένα άτομα, είτε σε ομάδες ατόμων που αποτελούν εξουσιαστικά καθεστώτα.
Πως ορίζουμε τι είναι η Εξουσία και πως τελικά αυτή καταλήγει να καταπιέζει τα άτομα; Εξ-ουσία είναι η μεταβίβαση σε κάποιον ή σε κάτι άλλο της δυνατότητας και ευθύνης του ατόμου να παίρνει αποφάσεις, η παγιωμένη υποταγή της θέλησης του ενός στην θέληση του άλλου, η μεταβίβαση της ατομικής του ουσίας σε κάτι έξω από αυτόν. Τα άτομα της κοινωνικής βάσης, μην διαθέτοντας στην πλειονότητα τους
ούτε τον απαιτούμενο χρόνο, ούτε την διάθεση, να αναπληρώσουν τις πνευματικές
τους ανεπάρκειες, θεωρούν πιο πρακτικό, να μεταθέσουν σε λίγους εκλεκτούς την
ευθύνη της λήψης αποφάσεων για τις ζωές τους, μεταβιβάζοντας τους την Εξουσία (Έξω την ουσία) ως λευκή επιταγή. Τελικά μαζί με την ευθύνη της λήψης αποφάσεων, ο άνθρωπος φτάνει στο σημείο να παραδίδει στους εκλεκτούς, ολόκληρο τον έλεγχο την συνείδησης του, όσο και την καθολική ευθύνη της ίδιας του της ύπαρξης. Φτάνει στο σημείο να εξαρτάται από τους εκλεκτούς, ώστε να του υπαγορεύουν το σωστό και το λάθος, το επιτρεπτό και το ανεπίτρεπτο, τα όρια και τον σκοπό της υπόστασης του. Το κράτος που δημιουργείται, αρχίζει να θεωρεί και να συμπεριφέρεται στα υποκείμενα του άτομα, λίγο-πολύ ως ιδιόκτητα αντικείμενα, έχοντας την απόλυτη εξουσία και τον τελευταίο λόγο πάνω στις υπάρξεις τους. Έτσι ο ελεύθερος άνθρωπος, καταλήγει να γίνει το παθητικό υποκείμενο του νόμου, το άβουλο αντικείμενο της εξουσίας, απόλυτα υπάκουος, ελεγχόμενος και χειραγωγούμενος, όπως ακριβώς τα πιόνια.
Αυτή
η αποδοχή της εξουσίας από μέρους των ατόμων είναι απόλυτα βολική για τους
λίγους εκλεκτούς που ασκούν την εξουσία, αλλά τελικά σε αυτήν την κατάσταση
μοιάζουν να βολεύονται οι πάντες. Οι εκλεκτοί τότε αρχίζουν να δομούν το
κανονιστικό πλαίσιο που ρυθμίζει τις ζωές και την καθημερινότητα όλων αυτών που
τους εμπιστεύτηκαν. Αυτή η συνθήκη γίνεται καθεστώς και σύντομα οι εκλεκτοί αντιλαμβάνονται, πως αυτό το καθεστώς μπορεί να εξασφαλίσει για τους ίδιους μια πολυτελή ζωή προνομίων, την στιγμή που οι πολλοί φαίνεται να αρκούνται στα αποφάγια. «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι» αναφωνούν οι μεσσίες… Σταδιακά η κοινωνική ανομοιογένεια δημιουργεί
μια πολυεπίπεδη διαστρωμάτωση, με ανάλογα επίπεδα προνομίων. Όσο ανεβαίνουμε
στην κοινωνική κλίμακα τόσο αυξάνονται τα προνόμια και μειώνεται ο αριθμός των προνομιούχων.
Στο τέλος η εξουσία γίνεται ο αυτοσκοπός των εξουσιαστών και η επιβίωση αυτοσκοπός των εξουσιαζόμενων. Έχοντας φτάσει το καθεστώς σ’ αυτό το σημείο, γίνεται πλέον φανερό ότι η πάλη των τάξεων δεν αποσκοπεί πια στην απόλυτη κοινωνική ισότητα και στην ελευθερία, αλλά στην αναρρίχηση της κλίμακας προνομίων και στην επιβολή των προνομίων της μιας κοινωνικής τάξης εις βάρος κάποιας άλλης.
Μέσα σε αυτήν την κατάσταση, ο άνθρωπος αντιμετωπίζεται πια ως ανήλικο που έχει χρεία κηδεμονίας (όχι άδικα), ακριβώς όπως ένα βρέφος που δεν διαθέτει βουλητική ωριμότητα. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός, πως αυτοί οι εκλεκτοί κηδεμόνες αποκαλούνται συχνά ως οι «πατέρες του έθνους». Το μόνο που παρέχεται πλέον στον σύγχρονο υπήκοο κάθε 4 χρόνια, είναι η ψευδαίσθηση της φαινομενικής συμμετοχής του στην λήψη αποφάσεων, μέσω της επιλογής των προσώπων που θα λειτουργούν ως κηδεμόνες του και θα αποφασίζουν αντ’ αυτού. Όμως τελικά αυτή η κατάσταση κηδεμονίας που αποκαλείται κατ ευφημισμό «Δημοκρατία», δείχνει να τον αφήνει ικανοποιημένο, εφόσον φαίνεται να του εξασφαλίζει ένα ανεκτό βιοτικό επίπεδο και μια φαινομενική «ελευθερία».
Οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι «πατέρες του έθνους» για να κανονίσουν την συλλογική πραγματικότητα των κηδεμονευόμενων τους, ονομάζονται Νόμος και ο Νόμος υπερισχύει σε κάθε περίπτωση της ατομικής βούλησης του καθενός που υπόκειται σε αυτόν. Η διατύπωση των νόμων αποτυπώνει την ελλιπή και πεπερασμένη αντίληψη της πραγματικότητας, ακόμη και από μέρους των νομοθετών. Ο νόμος είναι τόσο ατελής όσο και αυτοί που τον διατύπωσαν, οπότε είναι ατελής στο σύνολο του. Η εικόνα του νόμου όμως προς τα έξω πρέπει να προβάλλεται πάντοτε ως αδιαμφισβήτητα τέλειας. Ο νόμος πρέπει να καταστεί στην συνείδηση όλων ως ιερό τοτέμ. Άσχετα από τις κοινωνικές συνθήκες κάθε δεδομένης στιγμής, η ισχύς του νόμου πρέπει να είναι αδιαμφισβήτητη και να τίθεται σε κάθε περίπτωση υπεράνω όλων. Μπορεί ένας νόμος να έχει θεσπιστεί πολλά χρόνια πριν και αυτοί που τον θέσπισαν να έχουν πια πεθάνει, η ισχύς του όμως εξακολουθεί και παραμένει αδιασάλευτη ως απόλυτη αλήθεια. Η πραγματικότητα των ζώντων μπορεί να καθορίζεται απ’ τις απόψεις των νεκρών, αλλά κανείς δεν δείχνει θορυβημένος από αυτό το γεγονός.
Αυτό λοιπόν που πρώτιστα προσπαθούν να επιτύχουν οι εξουσιαστές, είναι η διαχρονική εμπέδωση της ισχύς του νόμου στην συνείδηση των υποκειμένων και ομολογουμένως το πετυχαίνουν. Ο ίδιος ο νόμος αποτελεί το κύριο μέσο της διασφάλισης των προνομίων αυτών που άρχουν, ανεξάρτητα από τις φυσικές συνθήκες και από τις ανάγκες που μεταβάλλονται στο πέρασμα του χρόνου. Ο νόμος σε κάθε περίπτωση αποτυπώνει την θέληση επιβολής συγκεκριμένων κοινωνικών συνθηκών που εξασφαλίζουν συγκεκριμένα ταξικά προνόμια. Δεδομένης όμως της ατέλειας του νόμου, κρίνεται απαραίτητη η ύπαρξη ενός δαιδαλώδους συμπλέγματος όχι μόνο διατύπωσης αλλά και ερμηνειών του νόμου, φτάνοντας στο σημείο να μην γνωρίζει σχεδόν κανείς τον νόμο και τις επιμέρους ερμηνείες στο σύνολο τους.
Ένας συνειδητός άνθρωπος όμως δεν χρειάζεται την κυριαρχία κανενός νόμου επάνω του, ούτως ώστε για να του καθορίσει την ζωή και τα ατομικά του όρια. Ο συνειδητός άνθρωπος διαθέτει Αυτοκυριαρχία και μπορεί να είναι ένα κοινωνικό όν, θέτοντας ο ίδιος όρια στην συμπεριφορά του, σεβόμενος σε κάθε περίσταση τα Δικαιώματα, την Ελευθερία και την Αξιοπρέπεια των άλλων. Δεν χρειάζεται
να αποστηθίσει κάποιος δεκάδες χιλιάδες τόμους νομολογίας, για να αναγνωρίσει το
δίκαιο. Τους νόμους στο σύνολο τους δεν τους γνωρίζουν ούτε καν αυτοί που τους
θεσπίζουν, γι’ αυτό και χρειάζεται να ανατρέχουν συνεχώς ανάμεσα στους χιλιάδες
νομικούς τόμους των βιβλιοθηκών, ώστε να δουν πως καθορίζουν οι τυπωμένες
απόψεις την κάθε λεπτομέρεια της φυσικής αλληλεπίδρασης. Ο μόνος νόμος που
είναι αρκετός για να ρυθμίσουν τις μεταξύ τους σχέσεις οι συνειδητοί άνθρωποι,
είναι γνωστός από την αρχαιότητα και είναι αρκετά απλός στην εφαρμογή του: Κάνε
στους άλλους αυτό που θέλεις να κάνουν σε εσένα και μην κάνεις στους άλλους ότι
δεν θέλεις να σου κάνουν. Περιττά όλα τα υπόλοιπα.
Το
παράδοξο της υπόθεσης είναι ότι, οι άνθρωποι ως υποκείμενα του νόμου, υποχρεούνται
να εφαρμόζουν νόμους και ερμηνείες που δεν γνωρίζουν. Κανένας δεν είναι σε θέση
να γνωρίζει το σύνολο των χιλιάδων νόμων και των ερμηνειών, που αποτυπώνονται
σε δεκάδες εκατομμύριων σελίδες νομολογίας, όμως ο ίδιος ο νόμος δεν αναγνωρίζει
σε κανέναν ελαφρυντικά λόγο της άγνοιας ή λαθεμένης ερμηνείας του. Αυτή η
παράδοξη απαίτηση αποτελεί μια ολοφάνερη απόδειξη της μεγάλης αλήθειας που
προαναφέρθηκε: Ο νόμος ουσιαστικά ενυπάρχει μέσα στην συνείδηση μας ως έμφυτος κώδικας
δεοντολογίας! Κάθε έλλογο άτομο, αναγνωρίζει αυτόματα το σωστό και το λάθος
στην κοινωνική συμπεριφορά των ατόμων, ακόμη και όταν υπάρχει άγνοια των
λεπτομερειών του νόμου. Αυτή η παράδοξη και συνάμα παράλογη απαίτηση του νόμου,
φανερώνει επίσης πως, κανένας νόμος, κανένα σύνταγμα και καμία διακήρυξη,
δεν διατυπώθηκε χωρίς να εμπεριέχει το σπέρμα της ασυνέπειας και της
αυτοαναίρεσης, κάτι που αποτελεί προάγγελο της στρεβλότητας τους. Κανένα σύνταγμα στον κόσμο, όσο φιλελεύθερο κι αν είναι, δεν εκφράζει απόλυτα την βούληση της «κοινωνίας» που καλείται να το εφαρμόσει, καθώς η ίδια ετερόκλητη «κοινωνία» που δομείται πάνω στην ανισότητα και τον ανταγωνισμό, εφόσον δεν έχει μια ενιαία βούληση, διέπεται από συγκρουόμενα συμφέροντα και προνόμια. Ενώ στην μία
παράγραφο ενός νομοθετήματος θεσπίζεται ένα αδιαμφισβήτητο δικαίωμα, στην
επόμενη παράγραφο προβλέπονται οι εξαιρέσεις που το καταργούν, πράγμα που
τελικά σημαίνει ότι δεν είναι και τόσο αδιαμφισβήτητο. Έτσι διασφαλίζεται στην
κρατική εξουσία ο ρόλος του τελικού ρυθμιστή της
ύπαρξης όλων, ανεξάρτητα από την βούληση τους και απ’ το φυσικό δίκαιο. Και πώς
το κράτος να μην είναι ο τελικός ρυθμιστής όλων, εφόσον όλοι εκλαμβάνονται ως
έχοντες χρείαν της κηδεμονίας του νόμου, δηλαδή της άποψης των λίγων εκλεκτών
που επιβάλλεται ως κυρίαρχη άποψη για όλους; Τα δικαιώματα ισχύουν κατά το δοκούν και η ισχύς τους καθορίζεται από τις σκοπιμότητες όσων στελεχώνουν τις ανώτατες βαθμίδες εξουσίας, ακόμη και όταν αυτή είναι αντίθετη με την συλλογική βούληση των υποκειμένων της ατόμων που αποτελούν την «κοινωνία». Αυτό είναι κάτι που το βλέπουμε ολοφάνερα και στις ημέρες ζόφου που διάγουμε. Ό,τι όμως ισχύει και καταργείται κατά το δοκούν, ερήμην της φυσικής κοινωνίας από την οποία απορρέει, παύει να είναι δικαίωμα και μετατρέπεται σε προσωρινό προνόμιο που χορηγείται με σκοπιμότητες και ανταλλάγματα.
Όλα
αυτά βέβαια, δεν σημαίνουν ότι ο νόμος αποτελείται αποκλειστικά από
καταπιεστικούς ή παράλογους κανόνες και αντιλήψεις. Απεναντίας αποτελεί πολλές
φορές ένα χρήσιμο ρυθμιστικό πλαίσιο συμπεριφοράς με ορθολογικούς κανόνες,
εύλογους περιορισμούς και απολύτως αποδεκτά όρια, με τα οποία θα
συμφωνούσε κάθε έλλογο ον. Ο ίδιος ο νόμος φαίνεται λειτουργικός και
χρήσιμος, εφόσον η πλειονότητα όσων υπόκεινται σε αυτόν δείχνει ανίκανη να
αναλάβει τις ευθύνες που την αφορούν. Οπότε σε κάθε περίπτωση είναι καλό να
γνωρίζουμε όσα αναφέρονται στα βασικότερα νομικά κείμενα που περιγράφουν και
καθορίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, δηλαδή το νομικό πλαίσιο που αναγνωρίζεται
ευρέως ως Διεθνές Δίκαιο. Γνωρίζοντας τα βασικότερα σημεία των συνταγματικών κειμένων, των νόμων και των συμβάσεων για τα δικαιώματα του ανθρώπου, μπορούμε να προβάλουμε εύλογες αξιώσεις και να αντικρούσουμε κάθε παράλογο και αυθαίρετο νομοθέτημα, που έρχεται σε σύγκρουση με το διεθνές δίκαιο και με την συνείδηση μας.
Βέβαια αυτή η γνώση δεν κάνει κανέναν άτρωτο έμπροσθεν της κρατικής ισχύος, αποτελεί όμως ένα πολύ καλό μέσο άμυνας και τεκμηρίωση της θέλησης αυτών που θέλουν να ζούνε ελεύθεροι. Σε κάθε περίπτωση η Ελευθερία
και η Αξιοπρέπεια απαιτούν θαρραλέους αγώνες για τους οποίους δεν υπάρχουν
εγγυήσεις. Άλλωστε η ίδια η ζωή είναι ένα φαινόμενο δίχως εγγυήσεις. Στο
επόμενο άρθρο θα γίνει μια εκτενής αναφορά και ανάλυση επάνω στις διεθνείς
συμβάσεις των θεμελιωδών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθώς και στο Ελληνικό
Σύνταγμα, που εμπεριέχουν όλα εκείνα τα εύλογα ερείσματα για τον κάθε συνειδητό
άνθρωπο που θέλει να επανακτήσει την Ελευθερία, την Αξιοπρέπεια και την
Αυτοδιάθεση του, δίχως καμιά κηδεμονία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου